Ορισμένοι έσπευσαν να χειροκροτήσουν την κυβερνητική εκστρατεία περί «προστασίας των ανηλίκων» στα social media, σαν να επρόκειτο για κάποιο αθώο, παιδαγωγικό μέτρο κοινής λογικής. Μόνο που πίσω από το συναισθηματικό περιτύλιγμα κρύβεται κάτι πολύ πιο βαρύ: η θεσμοθέτηση ενός μηχανισμού καθολικής ψηφιακής επιτήρησης.
Η απαγόρευση για τους κάτω των 15 και τα περιβόητα “teen accounts” δεν είναι η ουσία. Η ουσία είναι ότι, με πρόσχημα τα παιδιά, στήνεται η υποδομή για να ελέγχεται ποιος είσαι, τι βλέπεις, τι γράφεις, πότε συνδέεσαι και υπό ποιους όρους σου επιτρέπεται να μιλάς. Η «προστασία» αποδείχθηκε ο πιο βολικός Δούρειος Ίππος για το ξήλωμα της ψηφιακής ιδιωτικότητας.
Ο Δούρειος Ίππος της “προστασίας”
Από την πρώτη στιγμή ήταν φανερό ότι το αφήγημα περί προστασίας των ανηλίκων δεν ήταν παρά το ευγενικό προσωπείο μιας πολύ πιο επιθετικής κρατικής φιλοδοξίας. Για να αποκλείσεις τον 14χρονο, πρέπει πρώτα να ταυτοποιήσεις τον 24χρονο. Για να εφαρμόσεις ηλικιακά φίλτρα, πρέπει να οικοδομήσεις σύστημα ελέγχου για όλους.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η απάτη: το κράτος δεν περιορίζεται στο να βάζει όρια στους ανηλίκους. Αξιοποιεί την κοινωνική ευαισθησία γύρω από τα παιδιά για να νομιμοποιήσει την εγκατάσταση ενός μόνιμου μηχανισμού επιτήρησης πάνω στο σύνολο της κοινωνίας. Δεν το νοιάζει μόνο ποιος είναι 14. Το νοιάζει να ξέρει ποιος είναι ο καθένας.
Από την ηλικιακή επαλήθευση στο ψηφιακό φακέλωμα
Η υποχρεωτική επαλήθευση ηλικίας δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια. Είναι η πόρτα εισόδου για την κατάργηση της ανωνυμίας και τη μετατροπή κάθε ψηφιακής δραστηριότητας σε καταγεγραμμένο ίχνος. Κάθε σχόλιο, κάθε αναζήτηση, κάθε δημόσια τοποθέτηση, κάθε ψηφιακό αποτύπωμα μπαίνει πια πιο κοντά στη λογική της ονομαστικοποίησης, της χαρτογράφησης και τελικά της πειθάρχησης.
Η ανωνυμία στο διαδίκτυο δεν ήταν ποτέ μόνο «ευκολία». Ήταν ασπίδα για τον πολίτη που ήθελε να μιλήσει χωρίς να φοβάται εργοδοτικά, πολιτικά ή κοινωνικά αντίποινα. Ήταν χώρος προστασίας για τον αντιφρονούντα, τον whistleblower, τον πολίτη που ασκεί σκληρή κριτική στην εξουσία. Όποιος παρουσιάζει αυτή την ελευθερία ως πρόβλημα, στην πραγματικότητα θεωρεί πρόβλημα την ίδια την απροστάτευτη δημοκρατική έκφραση.
Το κράτος στο παιδικό δωμάτιο, η οικογένεια στο περιθώριο
Και ύστερα έρχεται ο απόλυτος πατερναλιστικός παραλογισμός: το κράτος δεν αρκείται να νομοθετεί, αλλά παριστάνει και τον γονέα. Με τα “teen accounts” και τον ψηφιακό νυχτερινό κόφτη, η γραφειοκρατία εισβάλλει απευθείας στον ιδιωτικό χώρο της οικογένειας και ανακηρύσσει τον εαυτό της ανώτερο παιδαγωγό.
Το μήνυμα είναι σαφές και προσβλητικό: «Κάντε στην άκρη. Εσείς δεν μπορείτε να θέσετε όρια. Το αναλαμβάνει ο μηχανισμός». Πρόκειται για πλήρη θεσμική γελοιοποίηση της οικογένειας και για υποβάθμιση των νέων σε πολίτες μειωμένης αυτονομίας. Σε μια χώρα όπου το κράτος αποτυγχάνει να προστατεύσει την παιδεία, τη δημόσια ασφάλεια, την καθημερινότητα και την ουσιαστική ψυχική υγεία των παιδιών, εμφανίζεται ξαφνικά πανίσχυρο μόνο εκεί που μπορεί να ελέγχει, να ρυθμίζει και να επιτηρεί.
Ας τελειώνουμε με τα ψέματα. Δεν τους νοιάζει τι βλέπουν τα παιδιά μας. Τους νοιάζει να ξέρουν τι βλέπουμε εμείς. Δεν τους νοιάζει η εφηβεία. Τους νοιάζει η υπακοή. Δεν τους νοιάζει η προστασία. Τους νοιάζει η εγκατάσταση ενός συστήματος όπου η ελευθερία θα επιτρέπεται μόνο υπό όρους, μόνο με έγκριση, μόνο με ταυτοποίηση.
Όποιος χειροκροτεί σήμερα το «κλείδωμα» των social media για τα παιδιά, αύριο θα ξυπνήσει μέσα σε ένα καθεστώς όπου η επιτήρηση θα έχει γίνει κανονικότητα και η ελευθερία ύποπτη συμπεριφορά. Η μάσκα έπεσε. Και πίσω από το δήθεν φιλεύσπλαχνο κράτος, φαίνεται πια καθαρά η παλιά αρρώστια κάθε εξουσίας: να γνωρίζει τα πάντα, να ελέγχει τους πάντες, να φοβίζει όποιον δεν συμμορφώνεται.
Αυτό δεν είναι προστασία. Είναι πρόβα ψηφιακού ολοκληρωτισμού.

