Εφυγε από τη ζωή από καρκίνο, ανήμερα των 67ων γενεθλίων της, στις 29 Αυγούστου 1982, στο Λονδίνο

Εικ.: Wikipedia
ΗIνγκριντ Μπέργκμαν γεννήθηκε στη Στοκχόλμη από Γερμανίδα μητέρα, τη Φρίντα Ενριέτα Aντλερ, και Σουηδό πατέρα, τον Γιούστους Σάμιουελ Μπέργκμαν, καλλιτέχνη και φωτογράφο. Και τους δύο όμως τους έχασε σε νεαρή ηλικία –τη μητέρα της μόλις στα δύο της χρόνια και τον πατέρα της περίπου μια δεκαετία αργότερα–, με αποτέλεσμα να μείνει με έναν ηλικιωμένο θείο της. Παρότι υπήρξε ένα μάλλον ντροπαλό κορίτσι, είχε αποφασίσει από νωρίς ότι θέλει να ασχοληθεί με την υποκριτική.
Μάλιστα, είχε πάρει μια πρώτη γεύση στην ηλικία των 17 ετών, όταν έπαιξε έναν ανώνυμο ρόλο σε σουηδική ταινία του 1932. Την επόμενη χρονιά, κατάφερε να εισαχθεί στη Βασιλική Σχολή Δραματικού Θεάτρου στη Στοκχόλμη, όπου παρακολούθησε μαθήματα για ένα χρόνο.
Σε ηλικία 20 ετών έκανε την πρώτη της εμφάνιση στον σουηδικό κινηματογράφο. Το 1936 πρωταγωνίστησε στη δραματική ταινία «Intermezzo», όπου υποδύθηκε μια δασκάλα πιάνου, την οποία ερωτεύεται ο βιολονίστας πατέρας της μαθήτριάς της. Την ίδια χρονιά ακολούθησε «Το πρόσωπο μιας γυναίκας», μια ταινία βασισμένη σε θεατρικό έργο του Φρανσί ντε Κρουασέ, στην οποία υποδύθηκε μια γυναίκα εγκληματία με παραμορφωμένο πρόσωπο.
Η πρώτη επαφή με την Αμερική ήρθε το 1939, όταν πρωταγωνίστησε στην χολιγουντιανή εκδοχή του «Intermezzo», η οποία σημείωσε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία.
Η ταινία, όμως, που έμελλε να αναδείξει την Μπέργκμαν σε πραγματική σταρ θα ερχόταν τρία χρόνια αργότερα. Στην «Καζαμπλάνκα» (1942), η Σουηδή ηθοποιός υποδύθηκε την Ιλσα Λουντ, μια γυναίκα διχασμένη ανάμεσα σε δύο άνδρες –τους οποίους υποδύονταν οι Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και Πολ Χένραϊντ– κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Μετά την Καζαμπλάνκα, η Μπέργκμαν ήταν πλέον περιζήτητη. Οι επιτυχίες διαδέχονταν η μία την άλλη, με πιο αξιοσημείωτες τις εμφανίσεις της στην ταινία «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» (1943), βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ερνεστ Χέμινγουεϊ, η οποία της χάρισε υποψηφιότητα για βραβείο Οσκαρ, και στο φιλμ νουάρ «Εφιάλτης» (1944), όπου ερμήνευσε την Πόλα Αλκβιστ, μια γυναίκα της οποίας ο σύζυγος (Σαρλ Μπουαγιέ) προσπαθεί να την οδηγήσει στην τρέλα. Αυτός ήταν ο ρόλος που θα της χάριζε το χρυσό αγαλματίδιο.
Η Μπέργκμαν ήταν εκ νέου υποψήφια για Οσκαρ για την ερμηνεία της ως αδελφή Μπένεντικτ στην ταινία «Οι καμπάνες της Αγίας Μαρίας». Παράλληλα, την ίδια περίοδο πρωταγωνίστησε σε δύο ταινίες του Αλφρεντ Χίτσκοκ˙ στη «Νύχτα αγωνίας», στην οποία υποδύθηκε μια ψυχίατρο που προσπαθούσε να βοηθήσει έναν ασθενή με αμνησία (Γκρέγκορι Πεκ), και στην «Υπόθεση Νοτόριους», με συμπρωταγωνιστή τον Κάρι Γκραντ.
Η τέταρτη υποψηφιότητα για το χρυσό αγαλματίδιο ήρθε δύο χρόνια αργότερα για την ερμηνεία της ως «Ιωάννα της Λωρραίνης» στην ομότιτλη ταινία του Βίκτορ Φλέμινγκ.
Το 1949 μετέβη στην Ιταλία για τα γυρίσματα της ταινίας «Στρόμπολι», του Ρομπέρτο Ροσελίνι. Η ερωτική σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ της ηθοποιού και του σκηνοθέτη θεωρήθηκε σκάνδαλο, αφού το ζευγάρι απέκτησε γιο πριν η ίδια πάρει διαζύγιο από τον πρώτο της σύζυγο, Πέτερ Λίντστρομ, με τον οποίο ήταν παντρεμένη από το 1937.
Μάλιστα, Αμερικανός γερουσιαστής αποκάλεσε τη μέχρι τότε αγαπημένη πρωταγωνίστρια «φρικτό παράδειγμα γυναικείας φύσης». Η πόρτα του Χόλιγουντ είχε κλείσει προς το παρόν. Η Μπέργκμαν στράφηκε στον ιταλικό και γαλλικό κινηματογράφο, ενώ παράλληλα απέκτησε ακόμα δύο κόρες με τον Ιταλό σκηνοθέτη, μία από τις οποίες είναι η γνωστή ηθοποιός Ιζαμπέλα Ροσελίνι.
Η επιστροφή στο Χόλιγουντ ήρθε με θριαμβευτικό τρόπο το 1956 με την ταινία «Αναστασία». Για την ερμηνεία της σε αυτήν κέρδισε το δεύτερό της βραβείο Οσκαρ. Το τρίτο χρυσό αγαλματίδιο ήρθε περίπου είκοσι χρόνια αργότερα, το 1974, για την ερμηνεία της στο «Eγκλημα στο Οριάν Εξπρές». Τέσσερα χρόνια αργότερα θα ερχόταν και η έβδομη, και τελευταία υποψηφιότητά της για Οσκαρ, για τη σουηδική ταινία «Φθινοπωρινή σονάτα» – για πολλούς μία από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας της.
Ο τελευταίος της ρόλος, αυτός της Ισραηλινής πρωθυπουργού Γκ
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
