Η κυβέρνηση ανοίγει θέμα συνταγματικής αναθεώρησης, την ώρα που η Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ βράζει για τις εξελίξεις γύρω από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία
Η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να αλλάξει πολιτικό γήπεδο. Την ώρα που οι πληροφορίες για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ προκαλούν βαριά εσωτερική αναταραχή, με βουλευτές να αισθάνονται ότι οδηγούνται ως «εύκολα θύματα» ενώ υπουργικά πρόσωπα προστατεύονται πολιτικά, το Μέγαρο Μαξίμου βγάζει από το συρτάρι τη μεγάλη θεσμική ατζέντα: τη συνταγματική αναθεώρηση.
Το ερώτημα είναι σαφές: πρόκειται για πραγματική επιστροφή της ΝΔ σε μια πιο παραταξιακή, συντηρητική και κοινωνικά ευαίσθητη γραμμή ή για έναν θεσμικό αντιπερισπασμό την ώρα που η κυβέρνηση πιέζεται από σκάνδαλα, δημοσκοπική φθορά και εσωτερική δυσφορία;
Η Κοινοβουλευτική Ομάδα βράζει
Σύμφωνα με το δημοσίευμα του Μανώλη Κοττάκη, η σημερινή συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΔ αποκτά ιδιαίτερο βάρος, καθώς υπάρχει έντονη ενόχληση για τις εξελίξεις γύρω από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Το πολιτικό πρόβλημα για το Μαξίμου δεν είναι μόνο δικαστικό. Είναι βαθιά εσωκομματικό. Διότι, όταν βουλευτές αισθάνονται ότι εκτίθενται ενώ κυβερνητικά στελέχη καλύπτονται, τότε το ζήτημα παύει να είναι απλώς θέμα διαχείρισης. Γίνεται ζήτημα εμπιστοσύνης.
Και εκεί ακριβώς έρχεται η συνταγματική αναθεώρηση: ως μεγάλη πολιτική κίνηση, ως μήνυμα προς τη δεξιά βάση, αλλά και ως απόπειρα αλλαγής της δημόσιας συζήτησης.
Το νέο άρθρο 86 και η ευθύνη υπουργών
Κεντρικό σημείο της προτεινόμενης αναθεώρησης είναι το άρθρο 86, δηλαδή το διαβόητο πλαίσιο περί ευθύνης υπουργών.
Η πρόταση, σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, κινείται προς την κατεύθυνση επαναφοράς ενός πιο αυστηρού μοντέλου, κοντά στη λογική του Συντάγματος του 1975. Καταργείται το «αμελλητί» και δίνεται ουσιαστικότερος ρόλος στον εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος θα μπορεί να αξιολογεί ποινικά πράξεις υπουργών με βάση τον Ποινικό Κώδικα.
Εάν το πόρισμα είναι πλήρως αιτιολογημένο και εγκρίνεται από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τότε θα διαβιβάζεται στη Βουλή, η οποία θα εξακολουθεί να έχει την αρμοδιότητα της δίωξης, αλλά θα πιέζεται θεσμικά να παραπέμπει στο Ειδικό Δικαστήριο.
Με απλά λόγια: λιγότερη πολιτική ασπίδα, περισσότερη δικαστική αξιολόγηση.
Το ερώτημα, βέβαια, είναι αν αυτό έρχεται από γνήσια θεσμική ανάγκη ή επειδή η κοινωνία έχει κουραστεί να βλέπει υπουργικές υποθέσεις να χάνονται μέσα σε διαδικαστικά φίλτρα και πολιτικές πλειοψηφίες.
Κόμματα, εκτροπές και εσωκομματική δημοκρατία
Άλλη κρίσιμη πρόταση αφορά το άρθρο 29 του Συντάγματος για τη λειτουργία των κομμάτων.
Η αναδιατύπωση φέρεται να προβλέπει δυνατότητα αναστολής καθόδου κομμάτων στις εκλογές σε περίπτωση επανειλημμένων αντιδημοκρατικών εκτροπών. Παράλληλα, εισάγεται ρύθμιση για την εσωκομματική δημοκρατία, ώστε να περιοριστεί ο απόλυτος συγκεντρωτισμός στα κόμματα.
Εδώ υπάρχει σοβαρό θεσμικό ζήτημα. Από τη μία, καμία δημοκρατία δεν μπορεί να μένει άοπλη απέναντι σε δυνάμεις που τη χρησιμοποιούν για να την υπονομεύσουν. Από την άλλη, κάθε περιορισμός κομμάτων πρέπει να είναι εξαιρετικά σαφής, αυστηρός και δικαστικά ελεγχόμενος, ώστε να μη μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής εξουδετέρωσης αντιπάλων.
Η δημοκρατία δεν προστατεύεται με αυθαιρεσία. Προστατεύεται με κανόνες.
Σημαία, γλώσσα, θρησκευτικά και εθνικά σύμβολα
Η αναθεώρηση φέρεται να περιλαμβάνει και διατάξεις για την προστασία της ελληνικής γλώσσας, της σημαίας και των εθνικών και θρησκευτικών συμβόλων.
Πρόκειται για σαφή στροφή προς ένα πιο συντηρητικό και ταυτοτικό πλαίσιο. Η ΝΔ επιχειρεί να μιλήσει ξανά στο ακροατήριο που αισθάνεται ότι τα τελευταία χρόνια η παράταξη απομακρύνθηκε από τις παραδοσιακές της αναφορές.
Η υπόθεση των εικόνων στα δικαστήρια, οι προειδοποιήσεις της Εκκλησίας και ο δημόσιος διάλογος για τα σύμβολα του κράτους λειτουργούν ως φόντο αυτής της πρότασης.
Το μήνυμα είναι προφανές: το Μαξίμου επιχειρεί να δείξει ότι η εθνική ταυτότητα δεν εγκαταλείπεται στους διαδρόμους του «εκσυγχρονισμού».
Κοινωνική προστασία: στέγη, γενιές και προϋπολογισμοί
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το κοινωνικό πακέτο της αναθεώρησης.
Προτείνονται διατάξεις για την προστασία της στέγης, την αλληλεγγύη των γενεών στο ασφαλιστικό και έναν κοινωνικά βιώσιμο προϋπολογισμό. Εγκαταλείπεται, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η ιδέα των αυστηρά ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, η οποία θα μπορούσε να συνταγματοποιήσει μια μόνιμη λογική λιτότητας.
Αυτό είναι κρίσιμο. Διότι άλλο πράγμα η δημοσιονομική σοβαρότητα και άλλο η μετατροπή της λιτότητας σε συνταγματική θρησκεία.
Σε μια χώρα με στεγαστική κρίση, ακριβή καθημερινότητα, δημογραφική πίεση και διαλυμένη εμπιστοσύνη των νεότερων γενεών προς το ασφαλιστικό σύστημα, η συνταγματική κατοχύρωση κοινωνικών αρχών δεν είναι πολυτέλεια. Είναι πολιτική υποχρέωση.
Οι 30 βουλευτές Επικρατείας και το ασυμβίβαστο υπουργού – βουλευτή
Στις προτάσεις περιλαμβάνεται και η αύξηση των βουλευτών Επικρατείας σε 30, δηλαδή στο 10% του Κοινοβουλίου, καθώς και η καθιέρωση μικτού εκλογικού συστήματος με στοιχεία αναλογικότητας και πλειοψηφικότητας.
Παράλληλα, μπαίνει στο τραπέζι το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή.
Αν εφαρμοστεί σοβαρά, αυτό θα μπορούσε να αλλάξει την ποιότητα της κοινοβουλευτικής λειτουργίας. Ο βουλευτής δεν θα είναι ταυτόχρονα κυβερνητικός αξιωματούχος και ελεγκτής της κυβέρνησης. Το Κοινοβούλιο θα μπορεί, θεωρητικά, να ανακτήσει μέρος του ελεγκτικού του ρόλου.
Αλλά εδώ υπάρχει πάντα το ίδιο ερώτημα: θέλει πραγματικά το πολιτικό σύστημα ισχυρή Βουλή ή απλώς θέλει θεσμικές διατυπώσεις που ακούγονται ωραία;
Πρόεδρος της Δημοκρατίας για έξι χρόνια, χωρίς ανανέωση
Η πρόταση για εξαετή μη ανανεούμενη θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας έχει επίσης ενδιαφέρον.
Στόχος είναι να αποσυνδεθεί ο ανώτατος πολιτειακός άρχοντας από τα παζάρια επανεκλογής και από τους μικροκομματικούς υπολογισμούς. Μία θητεία, καθαρή, χωρίς άγχος ανανέωσης, μπορεί να ενισχύσει την ανεξαρτησία του θεσμού.
Αρκεί, βέβαια, το πρόσωπο που επιλέγεται να έχει πραγματικό θεσμικό κύρος και όχι απλώς να αποτελεί προϊόν εσωκομματικής ή επικοινωνιακής ισορροπίας.
Πολύ αργά ή έστω απαραίτητο;
Η ουσία είναι μία: η ΝΔ φαίνεται να επιχειρεί μια θεσμική στροφή «επί δεξιά», με στοιχεία εθνικής ταυτότητας, κοινωνικού φιλελευθερισμού και θεσμικής αυστηροποίησης.
Όμως η χρονική στιγμή δεν είναι ουδέτερη. Η πρωτοβουλία έρχεται σε περίοδο δημοσκοπικής φθοράς, εσωκομματικής γκρίνιας και έντονων πιέσεων από υποθέσεις που έχουν πολιτικό βάρος.
Γι’ αυτό και η καχυποψία είναι αναπόφευκτη.
Όταν μια κυβέρνηση θυμάται τη σημαία, τη γλώσσα, τη στέγη, τη δικαιοσύνη και την ευθύνη υπουργών μόνο όταν πιέζεται, τότε η κοινωνία δικαιούται να ρωτά: γιατί τώρα;
Η συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να είναι μεγάλη θεσμική ευκαιρία. Μπορεί όμως να γίνει και μεγάλο πολιτικό άλλοθι.
Αν η ΝΔ θέλει πράγματι να επιστρέψει στην παραταξιακή της βάση, δεν αρκεί να γράψει ωραίες λέξεις στο Σύνταγμα. Πρέπει να αποδείξει ότι πιστεύει στην ευθύνη, στη διαφάνεια, στην κοινωνική προστασία και στην εθνική αυτογνωσία.
Διότι το Σύνταγμα δεν είναι προεκλογικό φυλλάδιο.
Είναι ο καθρέφτης του κράτους.
Και όταν το κράτος δεν αντέχει να κοιταχτεί στον καθρέφτη, τότε καμία αναθεώρηση δεν το σώζει.

