Υπάρχει κάτι πιο επικίνδυνο από έναν διεφθαρμένο πολιτικό.
Ο πολίτης που τον βλέπει, τον καταλαβαίνει, τον ακούει, τον ανέχεται και στο τέλος τον υπερασπίζεται.
Αυτός είναι το πραγματικό πρόβλημα.
Όχι ο τυφλός οπαδός που δεν ξέρει.
Αλλά ο βολεμένος, ο εξημερωμένος, ο κομματικά ευνουχισμένος άνθρωπος που έχει πάψει να σκέφτεται με βάση την αλήθεια και σκέφτεται μόνο με βάση το στρατόπεδο.
Γιατί ας τελειώνουμε κάποτε με τα ψέματα: δεν γίνεται να βλέπεις Τέμπη, να βλέπεις συγκάλυψη, να βλέπεις παρακολουθήσεις στην κορυφή του κράτους, να βλέπεις δημόσιο χρήμα να καίγεται σε σκιές, να βλέπεις θεσμούς να εξευτελίζονται, να βλέπεις φόρους να γδέρνουν την κοινωνία, να βλέπεις τη χώρα να σέρνεται σε επικίνδυνες επιλογές και να μη βγάζεις άχνα — και μετά να ζητάς και τον σεβασμό των υπολοίπων.
Όποιος σωπαίνει μπροστά σε όλα αυτά δεν είναι ουδέτερος.
Δεν είναι “ψύχραιμος”.
Δεν είναι “ρεαλιστής”.
Είναι συνένοχος.
Και ξέρει ότι είναι συνένοχος.
Γιατί αν όλα αυτά είχαν συμβεί με άλλη κυβέρνηση, οι ίδιοι άνθρωποι θα είχαν βγει στα κάγκελα. Θα ούρλιαζαν για εκτροπή, για χούντα, για κράτος-μαφία, για διάλυση της Δημοκρατίας. Θα απαιτούσαν κεφάλια, παραιτήσεις, εισαγγελείς, εξεγέρσεις. Θα το έπαιζαν τιμητές, εισαγγελείς, προστάτες της νομιμότητας και φύλακες της ηθικής.
Τώρα όμως κάνουν τους κουφούς.
Κάνουν τους ανήξερους.
Κάνουν πως “δεν είναι όλα έτσι”.
Κάνουν πως “υπάρχουν και σοβαρότερα”.
Κάνουν πως “η χώρα πρέπει να προχωρήσει”.
Όχι. Η χώρα δεν προχωρά έτσι.
Η χώρα σαπίζει έτσι.
Σαπίζει όταν ο πολίτης δεν μετρά τα γεγονότα με το ίδιο μέτρο.
Σαπίζει όταν η αδικία παύει να εξοργίζει, αρκεί να εξυπηρετεί τους δικούς του.
Σαπίζει όταν το ρουσφέτι θεωρείται εξυπνάδα, η σιωπή θεωρείται ωριμότητα και η υποταγή βαφτίζεται υπευθυνότητα.
Εκεί γεννιέται το κομματόσκυλο.
Όχι ως πολιτική ταυτότητα, αλλά ως ηθική κατάπτωση.
Ως άνθρωπος χωρίς πυρήνα.
Χωρίς αρχές.
Χωρίς ντροπή.
Χωρίς το στοιχειώδες θάρρος να πει ότι το ίδιο πράγμα παραμένει αίσχος, όποιος κι αν το κάνει.
Το κομματόσκυλο δεν υπερασπίζεται ιδέες.
Υπερασπίζεται προσβάσεις.
Δεν υπερασπίζεται πολιτική.
Υπερασπίζεται μικροσυμφέροντα.
Δεν υπερασπίζεται τη σταθερότητα.
Υπερασπίζεται την καρέκλα που τον ταΐζει, το τηλέφωνο που τον εξυπηρετεί, την ψευδαίσθηση ότι ανήκει στους “μέσα”.
Γι’ αυτό και είναι τόσο πρόθυμο να συγχωρήσει τα πάντα.
Σκάνδαλα; “Υπερβολές.”
Παρακράτος; “Συμβαίνουν αυτά.”
Θεσμική εκτροπή; “Μην τα ισοπεδώνουμε.”
Οικονομική αφαίμαξη; “Τι να κάνουμε, δύσκολες εποχές.”
Δημόσιος εξευτελισμός της χώρας; “Εθνικά θέματα είναι αυτά, μη μιλάς.”
Δηλαδή πάντα η ίδια βρόμικη δουλειά: κουκούλωμα, σχετικοποίηση, μετάθεση, υποβάθμιση, ξέπλυμα.
Και το χειρότερο δεν είναι η δουλικότητα.
Το χειρότερο είναι η αυταπάτη.
Νομίζει ότι θα σωθεί επειδή έγλειψε σωστά.
Ότι θα εξαιρεθεί από την καταστροφή επειδή χειροκρότησε εγκαίρως.
Ότι όταν έρθει ο λογαριασμός, αυτός θα περάσει από άλλη πόρτα.
Αλλά η κατάρρευση δεν κάνει κομματικές εξαιρέσεις.
Η οικονομία δεν λυπάται τους γλείφτες.
Η θεσμική αποσύνθεση δεν προστατεύει τους πρόθυμους.
Η σήψη δεν σταματά στον πιστό ψηφοφόρο. Τον καταπίνει κι αυτόν μαζί με όλους τους άλλους.
Αυτό είναι το μεγάλο δράμα: ότι οι πιο φανατικοί υπηρέτες της παρακμής πιστεύουν πως θα γλιτώσουν από τα αποτελέσματά της.
Ότι η φωτιά που άναψαν θα κάψει μόνο τους απέναντι.
Ότι το τσουνάμι θα πνίξει μόνο τους “άλλους”.
Δεν έχουν καταλάβει τίποτα.
Το τσουνάμι έχει ήδη ξεκινήσει.
Φαίνεται στους θεσμούς που ξεφτίζουν.
Στην οικονομία που στενάζει.
Στην κοινωνία που εξαντλείται.
Στη δικαιοσύνη που αμφισβητείται.
Στο πολιτικό σύστημα που ζητά υπακοή αντί για λογοδοσία.
Και μέσα σε όλα αυτά, το κομματόσκυλο παραμένει εκεί: να γαβγίζει απέναντι στην αλήθεια και να κουνάει την ουρά του μπροστά στην εξουσία.
Αυτό δεν είναι πολιτική στάση.
Είναι δημόσιος εξευτελισμός του ίδιου του πολίτη.
Γιατί στο τέλος ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος για μια Δημοκρατία δεν είναι μόνο ο διεφθαρμένος κυβερνήτης.
Είναι ο πρόθυμος απολογητής του.
Ο άνθρωπος που είδε, κατάλαβε και παρ’ όλα αυτά διάλεξε να σωπάσει.
Ο άνθρωπος που πούλησε τη συνείδησή του για ένα ξεροκόμματο συμμετοχής στο σύστημα.
Και μια κοινωνία που γεμίζει από τέτοιους ανθρώπους δεν χάνει απλώς την πολιτική της υγεία.
Χάνει την ψυχή της.
Γιατί όταν πεθαίνει η ντροπή, δεν αργεί να πεθάνει και η χώρα.

