229 συμβάσεις άνω των 255 εκατ. ευρώ στη Choose, 623.657 ευρώ συν ΦΠΑ από την ΕΡΤ, «σπιτάκια» των 83 εκατ. υπό ευρωπαϊκή έρευνα και 20 δισ. σε αναθέσεις χωρίς ουσιαστικό ανταγωνισμό
Η κυβέρνηση συνηθίζει να ρωτά την αντιπολίτευση «πού θα βρεθούν τα λεφτά» κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για 13ο μισθό, 13η σύνταξη ή ενίσχυση της δημόσιας Υγείας.
Είναι ένα θεμιτό δημοσιονομικό ερώτημα. Μόνο που γίνεται προκλητικά μονόπλευρο όταν δεν συνοδεύεται από ένα δεύτερο: πού ακριβώς πηγαίνουν σήμερα τα χρήματα των φορολογουμένων και με πόσο πραγματικό ανταγωνισμό;
Τα τεκμηριωμένα στοιχεία είναι ήδη αρκετά βαριά. Δεν χρειάζονται ούτε φουσκωμένα νούμερα ούτε ατεκμηρίωτες καταγγελίες.
Η Choose και το κράτος των «σταθερών συνεργατών»
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η Choose εμφανίζεται να έχει λάβει 229 δημόσιες συμβάσεις συνολικής αξίας άνω των 255 εκατ. ευρώ από τον Αύγουστο του 2017 έως τον Ιούλιο του 2026.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι μια ιδιωτική εταιρεία συνεργάζεται με το Δημόσιο. Το πολιτικό ερώτημα γεννιέται από τη συγκέντρωση, τη συχνότητα και το συνολικό ύψος των συμβάσεων.
Όταν ο ίδιος ανάδοχος επανέρχεται σε υπουργεία, οργανισμούς, Περιφέρειες και φορείς του ευρύτερου Δημοσίου, η κυβέρνηση οφείλει να αποδείξει ότι υπήρξε πραγματικός ανταγωνισμός, μετρήσιμο αποτέλεσμα και η καλύτερη δυνατή τιμή για τον πολίτη.
Σε αυτό το φόντο ήρθε και η σύμβαση της ΕΡΤ για το «Mundial 2026 – Social First Event», συνολικού προϋπολογισμού 623.657 ευρώ πλέον ΦΠΑ.
Για λόγους ακρίβειας, το αντικείμενο δεν περιοριζόταν σε μερικές αναρτήσεις. Περιλάμβανε 15 εκπομπές διάρκειας 15–20 λεπτών και την παραγωγή 8.000 αναρτήσεων στα κοινωνικά δίκτυα της ΕΡΤ. Η απόφαση εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο με πέντε ψήφους υπέρ και δύο κατά.
Η διευκρίνιση αυτή δεν ακυρώνει την κριτική. Την κάνει σοβαρότερη.
Η δημόσια ραδιοτηλεόραση οφείλει να παρουσιάσει αναλυτικό κοστολόγιο, κριτήρια επιλογής, παραδοτέα και απολογισμό αποτελέσματος. Να εξηγήσει γιατί απαιτήθηκε εξωτερική παραγωγή τέτοιου ύψους και ποιο μέρος του έργου δεν μπορούσε να καλυφθεί από το προσωπικό και τις υποδομές της.
Τα εκατομμύρια προβολών είναι χρήσιμος δείκτης. Δεν αποδεικνύουν, όμως, από μόνα τους ότι η τιμή ήταν η καλύτερη δυνατή.
Τα «σπιτάκια» που έγιναν χρυσά
Ακόμη βαρύτερη είναι η υπόθεση των Πολυκέντρων Ανακύκλωσης.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται διαγωνισμός για 248 «Σπίτια Ανακύκλωσης», συνολικού προϋπολογισμού περίπου 83 εκατ. ευρώ. Η απλή διαίρεση δίνει περίπου 334.677 ευρώ ανά μονάδα, ενώ η συμβατική αξία υπολογίζεται γενικά κοντά στις 300.000 ευρώ ανά εγκατάσταση.
Η σύγκριση με τα 66.000 ευρώ προέρχεται από στοιχεία που αποδίδονται σε πόρισμα της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου και σε εναλλακτική προσφορά για αντίστοιχη εγκατάσταση. Δεν αποτελεί ακόμη τελεσίδικη δικαστική κρίση.
Η ΤΕΧΑΝ αμφισβητεί τη συγκρισιμότητα των ποσών και επικαλείται άλλη ανταγωνιστική προσφορά ύψους 332.072 ευρώ.
Αυτό ακριβώς πρέπει να ξεκαθαρίσουν οι αρμόδιες αρχές: αν συγκρίνονται ίδια συστήματα, με τον ίδιο εξοπλισμό, τις ίδιες υπηρεσίες και τις ίδιες υποχρεώσεις.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ερευνά τις συμβάσεις, το πραγματικό κόστος, τις τεχνικές προδιαγραφές και τις διαδικασίες ανάθεσης. Έχουν πραγματοποιηθεί έρευνες και κατασχέσεις ψηφιακών αρχείων και εγγράφων, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ανακοινωθεί τελεσίδικη δικαστική κρίση.
Συνεπώς, η λέξη «απάτη» δεν μπορεί ακόμη να παρουσιάζεται ως αποδεδειγμένο γεγονός.
Αλλά η απουσία τελεσίδικης απόφασης δεν σβήνει το πολιτικό ερώτημα: πώς φτάσαμε σε μια προμήθεια δεκάδων εκατομμυρίων για την οποία χρειάστηκε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ώστε να ερευνηθούν τα αυτονόητα;
Παράλληλα, η διακοπή της συνεργασίας της ΤΕΧΑΝ με τον ΕΔΣΝΑ άνοιξε ζήτημα για τη λειτουργία των συγκεκριμένων σημείων.
Δεν πρόκειται για το σύνολο της αποκομιδής απορριμμάτων, αλλά για τη συλλογή ανακυκλώσιμων και τη λειτουργία των Πολυκέντρων. Ποιος πληρώνει, ποιος συντηρεί, ποιος συλλέγει και ποιος λογοδοτεί;
Σε αυτά απαιτείται καθαρή δημόσια απάντηση.
ΟΠΕΚΕΠΕ: Ο επιβεβαιωμένος λογαριασμός είναι ήδη τεράστιος
Και στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία βρίσκεται μπροστά από το εγχώριο πολιτικό σύστημα.
Τον Ιούλιο του 2026 ανακοίνωσε την παραπομπή 22 προσώπων, μεταξύ των οποίων πρώην πρόεδρος του Οργανισμού, πρώην γενικός διευθυντής, δύο πρώην περιφερειακοί διευθυντές και τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές, για πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν το 2021.
Χρειάζεται, ωστόσο, ακρίβεια και εδώ.
Ο επιβεβαιωμένος δημοσιονομικός καταλογισμός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2025 ξεπερνούσε τα 415 εκατ. ευρώ. Οι εκτιμήσεις ότι ο συνολικός λογαριασμός μπορεί να υπερβεί το 1 δισ. ευρώ δεν αποτελούν ακόμη οριστικοποιημένο επίσημο ποσό.
Τα 415 εκατ. ευρώ είναι από μόνα τους αρκετά για να καταδείξουν το μέγεθος της θεσμικής αποτυχίας.
Τα 20 δισ. ευρώ που δεν μπορούν να κρυφτούν
Η μεγάλη εικόνα είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική.
Για την περίοδο από το 2020 έως τον Οκτώβριο του 2025 καταγράφονται περίπου 12,7 δισ. ευρώ σε απευθείας αναθέσεις και ακόμη 8 δισ. ευρώ σε διαγωνισμούς με έναν μόνο συμμετέχοντα.
Η νομιμότητα μιας διαδικασίας δεν ταυτίζεται αυτομάτως με τον υγιή ανταγωνισμό ούτε με τη βέλτιστη αξιοποίηση του δημοσίου χρήματος.
Παράλληλα, έρευνα πάνω στα στοιχεία 104 δομών της δημόσιας διοίκησης κατέγραψε 3.079 συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών συνολικής αξίας περίπου 1,5 δισ. ευρώ.
Το 62,4% των συμβάσεων ήταν απευθείας αναθέσεις ως προς τον αριθμό τους, ενώ μόνο το 2024 και το 2025 η σχετική δαπάνη προσέγγισε τα 1,2 δισ. ευρώ.
Αυτά δεν αποδεικνύουν ότι κάθε σύμβαση είναι παράνομη ή άχρηστη. Αποδεικνύουν, όμως, ότι δημιουργήθηκε ένα μοντέλο διοίκησης υπερβολικά εξαρτημένο από αναδόχους, συμβούλους και επικοινωνιακές εταιρείες.
Ένα μοντέλο στο οποίο η εξαίρεση κινδυνεύει να γίνει κανόνας και ο ανταγωνισμός τυπική διαδικασία με έναν μόνο παίκτη.
«Πού θα βρεθούν τα λεφτά;» – Να αρχίσουν να ψάχνουν στις αναθέσεις
Η απάντηση δεν είναι ότι κάθε δημόσια σύμβαση πρέπει να καταργηθεί.
Η απάντηση είναι ότι κάθε ευρώ πρέπει να περνά από πραγματικό ανταγωνισμό, αναλυτική κοστολόγηση, δημόσιο έλεγχο και μετρήσιμο απολογισμό.
Οι εξοικονομήσεις δεν προκύπτουν με συνθήματα. Προκύπτουν όταν δεν υπάρχει ένας διαγωνιζόμενος, όταν δεν «σπάνε» συμβάσεις, όταν οι δημόσιες υπηρεσίες δεν αδειάζουν από αρμοδιότητες για να γεμίζουν οι λογαριασμοί των συμβούλων και όταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργούν πριν εμφανιστεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Και κάτι τελευταίο: η πολιτική κριτική χάνει δύναμη όταν ανακατεύεται με αυθαίρετες κάρτες και ανεπιβεβαίωτα ποσά, όπως συμβαίνει με συλλογικούς υπολογισμούς «πόθεν έσχες» βουλευτών. Για τέτοιους ισχυρισμούς απαιτούνται οι ίδιες οι δηλώσεις και κοινή βάση σύγκρισης.
Δεν χρειάζονται fake νούμερα για να ασκηθεί σκληρή αντιπολίτευση.
Τα πραγματικά στοιχεία για τις συμβάσεις, τις αναθέσεις και τις ευρωπαϊκές έρευνες είναι ήδη αρκετά εκκωφαντικά.

