Η Αργεντινή καταδίκασε πρώην υπουργούς για το σιδηροδρομικό δυστύχημα του 2012. Στην Ελλάδα, το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: θα υπάρξει πραγματική λογοδοσία ή θα μείνουμε ξανά στη γνωστή τελετουργία της πολιτικής διάχυσης ευθυνών;
Δεν συγκρίνονται οι τραγωδίες για να μετρηθούν οι νεκροί. Συγκρίνονται για να φανεί το μοτίβο: προειδοποιήσεις που αγνοούνται, υποδομές που σαπίζουν, αρμόδιοι που δηλώνουν «αιφνιδιασμένοι» και κοινωνίες που πληρώνουν με αίμα την αμέλεια, τη διαφθορά και την πολιτική ανευθυνότητα.
Το σιδηροδρομικό δυστύχημα στο Όνσε του Μπουένος Άιρες, στις 22 Φεβρουαρίου 2012, άφησε πίσω του 51 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Σύμφωνα με το κείμενο, πίσω από την τραγωδία υπήρχαν ελαττωματικά φρένα, προειδοποιήσεις που δεν εισακούστηκαν, ιδιωτικοποιήσεις χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, πολιτικές καθυστερήσεις και, τελικά, καταδίκες ακόμη και πρώην υπουργών Μεταφορών.
Από την Αργεντινή στα Τέμπη: διαφορετικές χώρες, ίδιο ερώτημα
Η Αργεντινή δεν είναι Ελλάδα. Το Όνσε δεν είναι Τέμπη. Οι θεσμοί, οι διαδρομές, τα πρόσωπα και οι δικογραφίες είναι διαφορετικά.
Όμως το πολιτικό ερώτημα μοιάζει ανατριχιαστικά κοινό:
πόσες φορές πρέπει να προειδοποιηθεί ένα κράτος πριν θεωρηθεί συνυπεύθυνο για την καταστροφή;
Στην Αργεντινή, όπως περιγράφεται, υπήρχαν αναφορές για προβλήματα στα φρένα. Υπήρχαν καταγγελίες για εγκατάλειψη του δικτύου. Υπήρχαν παλαιότερα ατυχήματα. Υπήρχε ένα σιδηροδρομικό σύστημα που είχε παραδοθεί σε ιδιώτες, αλλά όχι απαραίτητα σε πραγματική ασφάλεια, διαφάνεια και λογοδοσία.
Στα Τέμπη, η ελληνική κοινωνία άκουσε μετά την τραγωδία λέξεις που δεν θα έπρεπε ποτέ να ακούγονται εκ των υστέρων: τηλεδιοίκηση, σηματοδότηση, ανθρώπινο λάθος, συμβάσεις, καθυστερήσεις, ευρωπαϊκά κονδύλια, προειδοποιήσεις εργαζομένων.
Και στις δύο περιπτώσεις, η βασική φράση είναι ίδια:
δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία.
Το βολικό αφήγημα του «ατυχήματος»
Κάθε κράτος που αποτυγχάνει μπροστά σε μια μεγάλη τραγωδία προσπαθεί πρώτα να την περιορίσει γλωσσικά.
Τη βαφτίζει «ατύχημα».
Τη φορτώνει σε έναν άνθρωπο.
Τη μετατρέπει σε «λάθος χειρισμό».
Τη σπρώχνει μακριά από τα υπουργικά γραφεία, τις διοικήσεις, τις συμβάσεις, τους ελέγχους, τις παραλείψεις.
Αυτό είναι το πρώτο στάδιο της συγκάλυψης: όχι απαραίτητα η εξαφάνιση στοιχείων, αλλά η συρρίκνωση της ευθύνης.
Στην Αργεντινή, ο τότε υπουργός Μεταφορών επιχείρησε να παρουσιάσει την τραγωδία ως ένα συμβάν που θα μπορούσε να συμβεί «όπως και σε όλες τις χώρες». Αυτό είναι το γνωστό πολιτικό καταφύγιο: όταν δεν μπορείς να υπερασπιστείς το κράτος σου, το διαλύεις μέσα στη γενικότητα.
Το ίδιο μοτίβο γνωρίζουμε και εδώ.
Όταν κάτι αποκαλύπτει δομική αποτυχία, ξαφνικά όλοι μιλούν για «διαχρονικές παθογένειες». Όταν όμως μοιράζονται έργα, συμβάσεις, θέσεις, εξουσίες και εγκαίνια, τότε κανείς δεν θυμάται τη διαχρονικότητα. Τότε όλα έχουν ονοματεπώνυμο, κορδέλες και φωτογραφίες.
Οι προειδοποιήσεις είναι ηθικό τεκμήριο
Το πιο βαρύ στοιχείο σε τέτοιες τραγωδίες δεν είναι μόνο η τεχνική βλάβη. Είναι η προειδοποίηση που προηγήθηκε.
Διότι η προειδοποίηση αλλάζει τη φύση της ευθύνης.
Άλλο να μη γνωρίζεις.
Άλλο να γνωρίζεις και να μην κάνεις τίποτα.
Άλλο να ακούς εργαζομένους, τεχνικούς, συνδικαλιστές, υπηρεσιακούς παράγοντες να λένε «υπάρχει κίνδυνος» και να συνεχίζεις σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
Εκεί η αμέλεια παύει να είναι αφηρημένη λέξη. Γίνεται πολιτική πράξη.
Στο Όνσε, όπως περιγράφεται, ο μηχανοδηγός είχε αναφερθεί σε πρόβλημα στα φρένα. Στα Τέμπη, επί χρόνια υπήρχαν δημόσιες συζητήσεις και καταγγελίες για τα συστήματα ασφαλείας. Το κοινό σημείο δεν είναι η τεχνική λεπτομέρεια. Είναι η κρατική κώφωση.
Και η κρατική κώφωση, όταν αφορά ανθρώπινες ζωές, δεν είναι απλώς διοικητικό πρόβλημα. Είναι δημοκρατικό σκάνδαλο.
Ιδιωτικοποίηση χωρίς έλεγχο σημαίνει μεταφορά κινδύνου
Η Αργεντινή έζησε το σιδηροδρομικό της δράμα μέσα στο ιστορικό μιας άγριας ιδιωτικοποίησης και μιας λογικής που έβλεπε το δίκτυο πρώτα ως οικονομικό βάρος και μετά ως δημόσια υποδομή.
Αυτό είναι το κρίσιμο μάθημα και για την Ελλάδα:
δεν αρκεί να λες «ιδιώτης» ή «κράτος». Το ζήτημα είναι ποιος ελέγχει, ποιος συντηρεί, ποιος επενδύει, ποιος πιστοποιεί, ποιος υπογράφει και ποιος λογοδοτεί.
Η ασφάλεια δεν μπορεί να είναι υποσημείωση σε επιχειρηματικό σχέδιο.
Δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν «βγαίνουν τα νούμερα».
Δεν μπορεί να είναι το κόστος που κόβεται για να φαίνεται πιο ελκυστική μια σύμβαση ή πιο «επιτυχημένη» μια μεταρρύθμιση.
Ο σιδηρόδρομος δεν είναι PowerPoint.
Δεν είναι δελτίο Τύπου.
Δεν είναι πεδίο επικοινωνιακής αυτοπροβολής.
Είναι δημόσια ασφάλεια πάνω σε ράγες.
Η μεγάλη διαφορά: εκεί υπήρξαν καταδίκες
Στην Αργεντινή, σύμφωνα με το κείμενο, η υπόθεση έφτασε σε δίκη και υπήρξαν καταδίκες 21 κατηγορουμένων, ανάμεσά τους πρώην υπουργοί Μεταφορών και στελέχη της εταιρείας που διαχειριζόταν τις γραμμές. Αυτό δεν φέρνει πίσω τους νεκρούς. Αλλά στέλνει ένα μήνυμα: η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί πάντα να κρύβεται πίσω από την ασυλία της εξουσίας.
Εδώ βρίσκεται και το ελληνικό τραύμα.
Στην Ελλάδα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η τραγωδία. Είναι η βαθιά καχυποψία ότι, όταν η ευθύνη ανεβαίνει ψηλά, το σύστημα αρχίζει να χαμηλώνει τα φώτα.
Όσο η λογοδοσία εξαντλείται προς τα κάτω, τόσο η κοινωνία θα πιστεύει ότι οι ισχυροί αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τους απλούς ανθρώπους. Και όταν αυτή η πεποίθηση ριζώνει, δεν πλήττεται απλώς μια κυβέρνηση. Πλήττεται η ίδια η εμπιστοσύνη στη Δημοκρατία.
Το Όνσε της Αργεντινής και τα Τέμπη της Ελλάδας δεν είναι ίδια υπόθεση. Αλλά συνομιλούν μέσα από το πιο σκοτεινό λεξιλόγιο των κρατικών αποτυχιών: εγκατάλειψη, προειδοποιήσεις, καθυστερήσεις, ευθύνες, νεκροί.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα θα θρηνήσει. Θρήνησε.
Το ερώτημα είναι αν θα μάθει.
Αν θα αποδώσει ευθύνες.
Αν θα πάψει να θεωρεί την ασφάλεια κόστος.
Αν θα σταματήσει να θυμάται τις υποδομές μόνο όταν μετατρέπονται σε τόπους θανάτου.
Γιατί ένα κράτος που δεν ακούει τις προειδοποιήσεις πριν από την τραγωδία, αλλά ζητά «ψυχραιμία» μετά τους νεκρούς, δεν είναι απλώς ανεπαρκές.
Είναι επικίνδυνο.

