Στο Αττικό Νοσοκομείο δεν κατέρρευσε απλώς μια δύσκολη εφημερία. Κατέρρευσε για ακόμη μία φορά το αφήγημα ότι το δημόσιο σύστημα υγείας “αντέχει”, την ώρα που ασθενείς, συνοδοί και εργαζόμενοι στοιβάζονται σε μια καθημερινότητα που δεν θυμίζει περίθαλψη, αλλά διαχείριση εξαθλίωσης.
Όταν τα προγραμματισμένα ραντεβού πνίγονται στις καθυστερήσεις, όταν οι διάδρομοι γεμίζουν ράντζα και όταν η αναμονή βαφτίζεται κανονικότητα, τότε δεν μιλάμε για μια κακή μέρα. Μιλάμε για μόνιμη πολιτική αποτυχία με θύματα τους πιο αδύναμους.
Οι διάδρομοι έγιναν θάλαμοι
Η εικόνα που καταγράφεται στο Αττικόν είναι εικόνα ασφυξίας. Ράντζα στους διαδρόμους, ασθενείς στοιβαγμένοι, συνοδοί σε απόγνωση, φορεία παρατεταγμένα σε ατελείωτη αναμονή και προσωπικό εξαντλημένο να προσπαθεί να κρατήσει όρθιο ένα σύστημα που λειτουργεί στα όρια της κατάρρευσης.
Αυτή δεν είναι εικόνα σύγχρονου νοσοκομείου. Είναι εικόνα εγκατάλειψης. Είναι η στιγμή που η ανθρώπινη αξιοπρέπεια χάνεται ανάμεσα σε καρέκλες, διαδρόμους, πρόχειρες λύσεις και πολύωρη ταλαιπωρία.
Το πρόβλημα δεν είναι έκτακτο, είναι μόνιμο
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι υπήρξαν ράντζα. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι κανείς πια δεν εκπλήσσεται. Η εικόνα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, σαν να πρόκειται για αναπόφευκτο φαινόμενο και όχι για διαχρονική αποτυχία οργάνωσης, στελέχωσης και πολιτικής βούλησης.
Το “δεν υπάρχουν χώροι”, το “υπάρχει πίεση”, το “είχαμε πολλά περιστατικά” δεν αρκεί πια ως απάντηση. Όταν η εξαίρεση γίνεται κανόνας, τότε το πρόβλημα δεν είναι λειτουργικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Η υγεία δεν είναι επικοινωνιακή άσκηση
Για χρόνια ακούμε για μεταρρυθμίσεις, ενισχύσεις, παρεμβάσεις, προσλήψεις, νέα σχέδια και καλύτερες ημέρες. Όμως ο πολίτης που φτάνει σε ένα δημόσιο νοσοκομείο δεν συναντά την κυβερνητική ρητορική. Συναντά την πραγματικότητα: καθυστέρηση, ταλαιπωρία, ανασφάλεια, εξάντληση και μια αίσθηση ότι το σύστημα τον αντιμετωπίζει σαν αριθμό σε λίστα αναμονής.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη πολιτική ενοχή. Δεν μπορείς να μιλάς για αναβάθμιση της δημόσιας υγείας όταν οι διάδρομοι μετατρέπονται σε θαλάμους και οι άνθρωποι σε ράντζα με αριθμό προτεραιότητας.
Σε μια σοβαρή χώρα, ο ασθενής δεν παρκάρεται στον διάδρομο. Δεν περιμένει την αξιοπρέπειά του μαζί με το φορείο του. Δεν χρειάζεται να εξαντληθεί για να αποδείξει ότι πονά.
Όταν το ΕΣΥ λειτουργεί με όρους αντοχής, τότε δεν έχουμε απλώς κρίση νοσοκομείου. Έχουμε χρεοκοπία πολιτικής συνείδησης. Και όσο το κράτος συνηθίζει το ράντζο, τόσο η κοινωνία θα καταλαβαίνει ότι στο τέλος δεν αρρωσταίνει μόνο ο άνθρωπος — αρρωσταίνει ολόκληρο το σύστημα.

