Όποτε η Ζωή Κωνσταντοπούλου αγγίζει τον πυρήνα της εξουσίας, το σύστημα σηκώνεται όρθιο. Ξαφνικά θυμούνται τη «θεσμικότητα», τα «όρια» και την «ευπρέπεια». Όχι γιατί προσβλήθηκαν. Αλλά γιατί στριμώχτηκαν.
Η αλήθεια είναι απλή και γυμνή: δεν τους πειράζει ο τόνος της Ζωής. Τους πειράζει ότι δεν σκύβει το κεφάλι μπροστά σε πολιτικά επώνυμα, οικογενειακά τείχη και μηχανισμούς εξουσίας που είχαν μάθει να μένουν στο απυρόβλητο.
Δεν αντέχουν τον έλεγχο, γι’ αυτό βαφτίζουν την αμφισβήτηση «λάσπη»
Κάθε φορά που η Ζωή Κωνσταντοπούλου ανοίγει θέμα που αγγίζει το Μαξίμου, συγγενικά πρόσωπα, πολιτικά προνόμια ή ζώνες προστασίας της εξουσίας, ενεργοποιείται ο ίδιος μηχανισμός.
Αντί απαντήσεων, ξεκινά η γνωστή παράσταση:
«τοξικότητα»,
«υπερβολή»,
«ακρότητα»,
«ντροπή».
Πρόκειται για την παλιά, φθαρμένη συνταγή του συστήματος: όταν δεν μπορείς να αντικρούσεις το ερώτημα, στοχοποιείς αυτόν που το θέτει. Όταν δεν σε βολεύει ο έλεγχος, βαφτίζεις τον ελεγκτή «επικίνδυνο». Όταν σε πονά η αλήθεια, ουρλιάζεις για τον τρόπο που ειπώθηκε.
Η Ζωή δεν τους ενοχλεί επειδή φωνάζει. Τους ενοχλεί επειδή δεν προσκυνά
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν μπήκε στην πολιτική για να γίνει αρεστή στα πάνελ, ούτε για να παίξει τον ρόλο της «διακοσμητικής αντιπολίτευσης». Δεν χαμηλώνει τον τόνο για να μη δυσαρεστήσει χορηγούς, καναλάρχες, κομματικούς μηχανισμούς και πολιτικά τζάκια.
Αυτό είναι το πραγματικό της «έγκλημα».
Ότι μιλά χωρίς άδεια.
Ότι επιμένει χωρίς φόβο.
Ότι συγκρούεται χωρίς να ζητά συγγνώμη.
Σε ένα πολιτικό περιβάλλον γεμάτο επαγγελματίες της σιωπής, συμβιβασμένους διαχειριστές και καλοχτενισμένες υποκρισίες, η Ζωή λειτουργεί σαν χαλασμός. Και ο χαλασμός τρομάζει όσους είχαν μάθει να κυβερνούν χωρίς αντίσταση.
Όταν αγγίζεται η «ιερή οικογένεια», το σύστημα παριστάνει το θύμα
Εδώ βρίσκεται όλη η υποκρισία.
Στην Ελλάδα της διαπλοκής, της ασυλίας και των πολιτικών επωνύμων, επιτρέπεται να διαλύονται ζωές απλών πολιτών, να συνθλίβονται οικογένειες από πολιτικές αποφάσεις, να εξαντλείται η κοινωνία από αλαζονεία και ανισότητα — αλλά απαγορεύεται να τεθούν σκληρά ερωτήματα όταν η συζήτηση πλησιάζει την κορυφή της εξουσίας.
Τότε αρχίζει το θέατρο των δήθεν προσβεβλημένων.
Τότε το σύστημα παριστάνει τον ηθικά σοκαρισμένο.
Τότε όσοι έχουν μάθει να προστατεύουν τους ισχυρούς, θυμούνται ξαφνικά τον «σεβασμό».
Μόνο που η κοινωνία βλέπει. Και καταλαβαίνει ότι το πρόβλημά τους δεν είναι η υπερβολή. Είναι ότι η Ζωή έσπασε τον άγραφο κανόνα της υποταγής: να μην αγγίζεις ποτέ τους πραγματικά ισχυρούς.
Δεν πολεμούν τη Ζωή Κωνσταντοπούλου επειδή είναι «ακραία».
Την πολεμούν επειδή είναι ασυμβίβαστη.
Δεν τους τρομάζει η φωνή της.
Τους τρομάζει ότι δεν μπορούν να την φιμώσουν.
Και όσο το σύστημα λυσσά εναντίον της, τόσο επιβεβαιώνει το αυτονόητο:
η Ζωή δεν τους χαλά το αφήγημα — τους χαλά τη σιγουριά ότι θα μένουν για πάντα στο απυρόβλητο.

