Πάνω από δέκα ώρες ταλαιπωρίας, σιωπής, εξαφανισμένων πειστηρίων, ανακλήσεων αποφάσεων και θεσμικού εξευτελισμού στο Δικαστικό Μέγαρο Λάρισας. Οι συγγενείς πήγαν για τη δίκη των εξαφανισμένων βίντεο και βρέθηκαν μπροστά σε μια εικόνα αποσύνθεσης που δεν παραπέμπει σε κράτος δικαίου, αλλά σε μηχανισμό συγκάλυψης.
Η δίκη δεν αναβλήθηκε απλώς. Οι συγγενείς και οι δικηγόροι, που έφτασαν από τα χαράματα για να είναι παρόντες στις 9 το πρωί, αντιμετωπίστηκαν σαν ενοχλητικοί κομπάρσοι. Καμία ουσιαστική ενημέρωση, καμία θεσμική σοβαρότητα, καμία στοιχειώδης ευθύνη. Μόνο μια έδρα που αλλάζει πρόσωπα, μια Πρόεδρος απούσα και ένα σύστημα που απαιτεί από τα θύματα να σιωπούν και να υπομένουν.
Το πραγματικό σοκ ήρθε όταν ζητήθηκαν τα αντίγραφα των κατασχεθέντων. Εκεί όπου ο νόμος επιβάλλει τάξη, εμφανίστηκε χάος. Κανείς δεν ήξερε πού βρίσκονται τα πειστήρια. Κλειδωμένες πόρτες, εξαφανισμένοι αρμόδιοι, γραμματείς σε καθεστώς άγνοιας και πέντε ώρες περιπλάνησης από όροφο σε όροφο. Αν αυτό δεν λέγεται δικαστικό μπάζωμα, τότε πώς ακριβώς λέγεται;
Και όταν τελικά έγινε δεκτό το αίτημα για λήψη αντιγράφων, η απόφαση ανακλήθηκε. Δηλαδή το ίδιο το δικαστικό σύστημα έδειξε για λίγα λεπτά ότι αναγνωρίζει ένα δικαίωμα και αμέσως μετά το πήρε πίσω. Όχι με νομική πειθώ, αλλά με παρεμβάσεις, ψιθύρους και πανικό. Αυτό δεν είναι απονομή Δικαιοσύνης. Είναι μηχανισμός παρεμπόδισης της αλήθειας.
Στη Λάρισα δεν είδαμε απλώς μια κακή μέρα της Δικαιοσύνης. Είδαμε τη γύμνια ενός συστήματος που τρέμει τα πειστήρια, φοβάται τα αντίγραφα και εξαντλεί την αυστηρότητά του μόνο απέναντι σε όσους ζητούν αλήθεια. Όταν οι συγγενείς ψάχνουν επί ώρες τα κατασχεθέντα και η θεσμική απάντηση είναι σιωπή, απουσίες και ανακλήσεις, τότε δεν μιλάμε για δυσλειτουργία. Μιλάμε για συγκάλυψη με δικαστική σφραγίδα. Και αυτό είναι ντροπή που δεν κρύβεται πια.

