Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, τα κόμματα εναλλάσσονται, οι υποσχέσεις ανακυκλώνονται – Το σύστημα, όμως, παραμένει όρθιο και ο πολίτης πληρώνει πάντα τον λογαριασμό
Η Ελλάδα δεν υποφέρει από έλλειψη κυβερνήσεων.
Υποφέρει από έλλειψη Πολιτείας.
Κυβερνήσεις είχαμε πολλές. «Σωτήρες» ακόμη περισσότερους. Κεντροδεξιούς, κεντροαριστερούς, τεχνοκράτες, μεταρρυθμιστές, αντιμνημονιακούς που έγιναν μνημονιακοί και επαναστάτες που ανακάλυψαν την υπευθυνότητα μόλις κάθισαν στην υπουργική καρέκλα.
Τα πρόσωπα άλλαξαν.
Οι μηχανισμοί παρέμειναν.
Το κομματικό κράτος εξακολούθησε να διορίζει, να μοιράζει, να προστατεύει, να καθυστερεί, να αποφεύγει τη λογοδοσία και να θυμάται τον πολίτη μόνο όταν χρειάζεται την ψήφο, τον φόρο ή τη σιωπή του.
Αυτό δεν είναι Δημοκρατία με προβλήματα.
Είναι ένα σύστημα εξουσίας που έμαθε να επιβιώνει αλλάζοντας βιτρίνα.
Η κάλπη αλλάζει κυβέρνηση – Δεν αλλάζει το καθεστώς λειτουργίας
Κάθε τέσσερα χρόνια ο πολίτης καλείται να διαλέξει ποιος θα διαχειριστεί τον ίδιο συγκεντρωτικό, αδιαφανή και βαθιά κομματικοποιημένο μηχανισμό.
Του παρουσιάζουν την επιλογή ως κορυφαία πράξη λαϊκής κυριαρχίας.
Την επόμενη ημέρα, όμως, η κυριαρχία επιστρέφει εκεί όπου βρισκόταν: στα κομματικά επιτελεία, στα υπουργικά γραφεία, στους διορισμένους μηχανισμούς, στους επικοινωνιολόγους και στους λίγους που διαθέτουν πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Ο πολίτης ξαναγίνεται θεατής.
Δεν γνωρίζει ποιος αποφάσισε, με ποια κριτήρια, ποιος έλεγξε, ποιος απέτυχε και ποιος τελικά λογοδότησε. Βλέπει επιτροπές να συγκροτούνται, πορίσματα να χάνονται μέσα σε συρτάρια και πολιτικές ευθύνες να εξατμίζονται πίσω από νομικά τεχνάσματα.
Και όταν διαμαρτύρεται, του εξηγούν ότι «οι θεσμοί λειτουργούν».
Τόσο καλά λειτουργούν, ώστε κανείς δεν φταίει ποτέ πραγματικά.
Τα Τέμπη γκρέμισαν το άλλοθι της «ανθρώπινης αστοχίας»
Τα Τέμπη δεν αποκάλυψαν μόνο την κατάρρευση ενός σιδηροδρόμου.
Αποκάλυψαν την κατάρρευση ολόκληρης της αφήγησης περί οργανωμένου και σύγχρονου κράτους.
Όταν ένα σύστημα δεν προλαμβάνει, δεν ελέγχει και δεν προστατεύει, δεν μπορεί μετά την καταστροφή να κρύβεται πίσω από έναν σταθμάρχη, έναν υπάλληλο ή μία «κακιά στιγμή».
Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος έκανε το τελευταίο λάθος.
Είναι ποιοι γνώριζαν, ποιοι είχαν την εξουσία να παρέμβουν, ποιοι δεν το έκαναν και γιατί χρειάστηκε να χαθούν άνθρωποι για να ανακαλύψει ξαφνικά το κράτος τις διαχρονικές του ανεπάρκειες.
Μια σοβαρή Πολιτεία δεν ψάχνει αποδιοπομπαίους τράγους μετά την τραγωδία.
Χτίζει μηχανισμούς που δεν επιτρέπουν στην τραγωδία να συμβεί.
Ένα κράτος πανίσχυρο απέναντι στον αδύναμο
Το ελληνικό κράτος δεν είναι πάντοτε ανίκανο.
Γίνεται εντυπωσιακά αποτελεσματικό όταν πρέπει να εισπράξει, να κατασχέσει, να επιβάλει πρόστιμο ή να εξαντλήσει την αυστηρότητά του στον πολίτη που δεν διαθέτει γνωριμίες και πρόσβαση.
Η γραφειοκρατία κινείται αργά όταν ο πολίτης ζητά δικαιοσύνη, περίθαλψη, ασφάλεια ή μια διοικητική πράξη.
Κινείται ταχύτατα όταν ο ίδιος πολίτης χρωστά.
Αυτό δεν είναι απλώς κακή διοίκηση.
Είναι ταξική κατανομή της κρατικής αποτελεσματικότητας.
Απέναντι στον ισχυρό, το κράτος συζητά, διαπραγματεύεται και παρατείνει.
Απέναντι στον αδύναμο, θυμάται τον νόμο μέχρι το τελευταίο άρθρο.
Η αποκέντρωση που έμεινε πινακίδα
Η εξουσία παραμένει συγκεντρωμένη στην Αθήνα, ενώ η Αυτοδιοίκηση συχνά μετατρέπεται σε μηχανισμό διαχείρισης της φτώχειας που της παραχωρεί το κεντρικό κράτος.
Δήμοι και Περιφέρειες φορτώνονται αρμοδιότητες χωρίς τους αναγκαίους πόρους. Οι τοπικές κοινωνίες καλούνται να πληρώνουν, αλλά σπάνια αποφασίζουν πραγματικά.
Και μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο αναπτύσσονται μικρότερα αντίγραφα του κεντρικού συστήματος: προσωπικοί μηχανισμοί, εξυπηρετήσεις, απευθείας αναθέσεις, δημόσιες σχέσεις και διοικήσεις που θεωρούν τον έλεγχο εχθρική πράξη.
Δεν μπορεί να υπάρξει Δημοκρατία της κοινότητας χωρίς εξουσία, πόρους και πραγματική λογοδοσία στην κοινότητα.
Διαφορετικά, η «αποκέντρωση» είναι ακόμη μία λέξη σε προεκλογικό φυλλάδιο.
Δεν λείπει άλλος σωτήρας
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ακόμη έναν αρχηγό που θα υποσχεθεί ότι θα διοικήσει καλύτερα τον ίδιο μηχανισμό.
Ούτε ένα νέο κόμμα που θα γεμίσει τα ψηφοδέλτιά του με παλιά υλικά και θα παρουσιάσει την ανακύκλωση ως πολιτική αναγέννηση.
Χρειάζεται θεσμούς που δεν θα εξαρτώνται από το ήθος του εκάστοτε υπουργού.
Δικαιοσύνη που δεν θα φτάνει όταν η κοινωνία έχει ήδη ξεχάσει.
Διοίκηση που θα αξιολογείται πραγματικά.
Διαφάνεια που δεν θα εξαντλείται στην ανάρτηση ενός δυσανάγνωστου εγγράφου.
Ελεγκτικούς μηχανισμούς που δεν θα ελέγχονται από εκείνους τους οποίους υποτίθεται ότι ερευνούν.
Και πολίτες που δεν θα ζητούν ρουσφέτι από το σύστημα τη Δευτέρα και κάθαρση του συστήματος την Κυριακή.
Διότι η πολιτική διαφθορά δεν επιβιώνει μόνο χάρη στους διεφθαρμένους.
Επιβιώνει και χάρη σε όσους την καταγγέλλουν δημόσια, αλλά την αξιοποιούν ιδιωτικά όταν τους συμφέρει.
Η αλλαγή αρχίζει όταν ο πολίτης πάψει να είναι πελάτης
Καμία θεσμική αναγέννηση δεν θα έρθει με ένα σύνθημα.
Θα έρθει όταν η εξουσία αποκτήσει όρια, ο έλεγχος πραγματικά δόντια και η ευθύνη ονοματεπώνυμο.
Όταν η κοινωνία πάψει να παραδίδει λευκή επιταγή σε κόμματα και αρχηγούς.
Όταν ο πολίτης απαιτήσει να γνωρίζει, να συμμετέχει και να ελέγχει – όχι να χειροκροτεί κάθε τέσσερα χρόνια εκείνον που υπόσχεται να τον σώσει.
Οι κυβερνήσεις μπορούν να αλλάζουν επ’ άπειρον.
Αν δεν αλλάξει η σχέση εξουσίας και κοινωνίας, θα αλλάζουν μόνο οι άνθρωποι που κρατούν το τιμόνι του ίδιου οχήματος, στον ίδιο κατεστραμμένο δρόμο.
Και η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από ακόμη έναν καλύτερο οδηγό της παρακμής.
Έχει ανάγκη από άλλη πορεία.
Από άλλη Πολιτεία.
Από έναν πολίτη που δεν θα παρακαλά την εξουσία, αλλά θα την ελέγχει.

