Ένας δρόμος που δόθηκε στην κυκλοφορία χωρίς προσωρινή παραλαβή, με κακοτεχνίες, αστοχίες και μια εικόνα-ντροπή: διάβαση υπάρχει, πέρασμα δεν υπάρχει. Ο πεζός δεν περνά — ταλαιπωρείται.
Αυτό που έγινε στην Ελευθερίου Βενιζέλου δεν είναι απλώς ένα κακό έργο. Είναι ένα πολεοδομικό φιάσκο. Μια πανάκριβη επιβολή ταλαιπωρίας στους δημότες. Μια κατασκευή που παρουσιάστηκε ως “ανάπλαση”, αλλά στην πράξη λειτουργεί ως μνημείο προχειρότητας, αλαζονείας και διοικητικής ανεπάρκειας.
Η φωτογραφία τα λέει όλα και διαλύει κάθε προπαγανδιστικό περιτύλιγμα: υπάρχει διάβαση, αλλά ο πολίτης δεν μπορεί να περάσει απέναντι κανονικά. Πρέπει να κάνει ακροβατικά, να ανεβοκατεβαίνει επίπεδα, να πατά στο ποδηλατοδρόμιο και να ξαναψάχνει πώς θα φτάσει στο πεζοδρόμιο. Αυτό δεν είναι έργο πόλης. Είναι καραμπινάτη βλακεία χτισμένη σε μπετόν και κράσπεδα.
Διάβαση χωρίς διέλευση — ο απόλυτος εξευτελισμός της κοινής λογικής
Σε κάθε σοβαρή πόλη, μια διάβαση υπηρετεί έναν απλό σκοπό: να περνά ο άνθρωπος απέναντι με ασφάλεια, συνέχεια και λογική ροή. Στην Ελευθερίου Βενιζέλου, κατάφεραν το αδιανόητο. Έφτιαξαν διάβαση που δεν σε βγάζει ομαλά απέναντι. Ένα σημείο όπου ο πεζός δεν καθοδηγείται, αλλά παγιδεύεται. Δεν διευκολύνεται, αλλά εξευτελίζεται.
Η εικόνα είναι αμείλικτη. Δεν χρειάζονται τεχνικές εκθέσεις, υπεκφυγές και μισόλογα. Ο δημότης βλέπει αυτό που βλέπουν όλοι: ένα έργο που δεν σέβεται ούτε τον πεζό, ούτε τον επαγγελματία, ούτε τον κάτοικο, ούτε τον επισκέπτη. Μια “ανάπλαση” που απαιτεί από τον άνθρωπο να προσαρμοστεί στην ανοησία της, αντί το έργο να υπηρετεί τον άνθρωπο.
Πάρκινγκ διαλυμένο, αγορά πιεσμένη, γειτονιά θυμωμένη
Η μείωση των θέσεων στάθμευσης δεν ήταν απλώς μια τεχνική επιλογή. Ήταν συνταγή χάους. Δημιούργησε πρακτικά συνθήκες αναρχίας στη στάθμευση, πίεσε την τοπική αγορά, δυσκόλεψε κατοίκους και επαγγελματίες και φόρτωσε τη γειτονιά με ένα καθημερινό πρόβλημα που ήταν απολύτως προβλέψιμο.
Ο αποκλεισμός των πρασιών των καταστημάτων, η αισθητική αμηχανία του έργου, η αδιαφορία για την υπογειοποίηση των κάδων, η ουσιαστική ακύρωση των διαβάσεων τυφλών, η προβληματική απορροή των ομβρίων και μια σειρά ακόμα αστοχιών δεν συνιστούν “παιδικές ασθένειες” ενός έργου. Συνιστούν συνολική αποτυχία. Συνιστούν εικόνα μελέτης πλημμελούς, εφαρμογής πρόχειρης και πολιτικής ευθύνης τεράστιας.
Τα είχαν πει. Δεν άκουσαν τίποτα.
Το πιο εξοργιστικό δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα. Είναι ότι, όπως καταγγέλλεται, τα προβλήματα είχαν επισημανθεί εγκαίρως. Υπήρξαν παρατηρήσεις. Υπήρξαν προτάσεις. Υπήρξαν φωνές κατοίκων. Υπήρξαν άνθρωποι που είδαν έγκαιρα την καταστροφή να έρχεται. Και όμως, δεν εισακούστηκαν.
Αυτό δείχνει κάτι βαθύτερο από ανικανότητα. Δείχνει περιφρόνηση. Περιφρόνηση προς τη γειτονιά. Περιφρόνηση προς την πραγματική ζωή της πόλης. Περιφρόνηση προς την αυτονόητη ανάγκη να σχεδιάζεις έργα που να λειτουργούν και όχι έργα που απλώς φωτογραφίζονται καλά στα χαρτιά και καταρρέουν στην πράξη.
Η κοινωνική καταδίκη έχει ήδη γραφτεί
Το κείμενο με τις παρατηρήσεις που υπογράφεται από 42 κατοίκους της γειτονιάς «Αλωνάκι» δεν είναι μια τυπική διαμαρτυρία. Είναι η καταγραφή μιας συλλογικής αγανάκτησης. Είναι η απόδειξη ότι αυτό το έργο δεν έγινε αποδεκτό από την κοινωνία που υποτίθεται ότι θα εξυπηρετούσε.
Και εδώ βρίσκεται η πολιτική ουσία: η λεγόμενη ανάπλαση της Ελευθερίου Βενιζέλου εξελίσσεται σε ένα από τα πιο αποτυχημένα και λιγότερο αποδεκτά έργα στον Δήμο Χαλκιδέων. Όχι επειδή το λένε οι αντίπαλοι της δημοτικής αρχής. Αλλά επειδή το φωνάζει η ίδια η καθημερινότητα. Το φωνάζουν τα εμπόδια, οι κακοτεχνίες, η ταλαιπωρία, η σύγχυση, η οργή των ανθρώπων.
Ξόδεψαν λεφτά για να κάνουν τη ζωή χειρότερη
Αυτό είναι το τελικό και πιο βαρύ συμπέρασμα. Δαπανήθηκαν χρήματα όχι για να λυθούν προβλήματα, αλλά για να πολλαπλασιαστούν. Όχι για να ανασάνει η πόλη, αλλά για να πνιγεί περισσότερο. Όχι για να κερδίσει ο δημότης, αλλά για να πληρώσει την αλαζονεία εκείνων που αποφάσισαν χωρίς να ακούν, χωρίς να διορθώνουν, χωρίς να λογοδοτούν.
Η Ελευθερίου Βενιζέλου δεν έγινε καλύτερη. Έγινε πιο δύσκολη, πιο εχθρική, πιο παράλογη. Και η φωτογραφία με τη διάβαση που δεν οδηγεί πουθενά είναι η τελική απόδειξη ότι όλο αυτό δεν ήταν μια ατυχία. Ήταν μια αποτυχία με υπογραφή.
Στην Ελευθερίου Βενιζέλου δεν έφτιαξαν ανάπλαση. Έφτιαξαν ένα κραυγαλέο μνημείο διοικητικής βλακείας. Έναν δρόμο όπου η διάβαση δεν είναι διάβαση, η λειτουργικότητα είναι ανέκδοτο και ο δημότης καλείται να πληρώνει, να ταλαιπωρείται και να σωπαίνει. Μόνο που εδώ η ίδια η εικόνα τους ξεσκεπάζει: αυτό δεν είναι έργο. Είναι ντροπή.

