Κάθε καλοκαίρι μετράμε αεροπλάνα, ελικόπτερα και αποζημιώσεις. Κανείς, όμως, δεν λογοδοτεί για τα δάση που έμειναν ακαθάριστα, τις αντιπυρικές ζώνες που δεν συντηρήθηκαν και την πρόληψη που θυσιάστηκε στον βωμό της επικοινωνίας.
Κάθε καλοκαίρι η ίδια καλοστημένη παράσταση. Η χώρα καίγεται, οι κάμερες στήνονται μπροστά στις φλόγες, οι αρμόδιοι μετρούν εναέρια μέσα και οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι ανακοινώνουν ότι «ο κρατικός μηχανισμός βρίσκεται σε πλήρη κινητοποίηση».
Μετά έρχονται οι αποζημιώσεις. Οι υποσχέσεις. Οι αυτοψίες πάνω στα αποκαΐδια. Και, φυσικά, η μόνιμη ελληνική δικαιολογία: «Οι συνθήκες ήταν πρωτόγνωρες».
Μόνο που οι συνθήκες δεν είναι πλέον πρωτόγνωρες. Είναι γνωστές, επαναλαμβανόμενες και επιστημονικά προβλέψιμες. Πρωτόγνωρη παραμένει μόνο η πολιτική επιμονή να αντιμετωπίζεται κάθε μεγάλη πυρκαγιά ως κεραυνός εν αιθρία.
Η Ελλάδα δεν ανακαλύπτει τώρα την κλιματική αλλαγή. Γνωρίζει εδώ και δεκαετίες ότι οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν, οι περίοδοι ξηρασίας μεγαλώνουν, τα εδάφη υποβαθμίζονται και η ύπαιθρος εγκαταλείπεται. Γνωρίζει ότι τα ξερά χόρτα, η ανεξέλεγκτη καύσιμη ύλη και τα ασυντήρητα δάση μπορούν να μετατρέψουν έναν σπινθήρα σε εθνική τραγωδία.
Κι όμως, περιμένουμε να ανάψει η φωτιά για να εμφανιστεί το κράτος.
Το κράτος λατρεύει την κατάσβεση – Απεχθάνεται την πρόληψη
Η κατάσβεση προσφέρεται για τηλεοπτικές εικόνες. Τα αεροπλάνα εντυπωσιάζουν. Τα ελικόπτερα γεμίζουν τα πλάνα. Οι σειρήνες δημιουργούν την εικόνα της κινητοποίησης.
Η πρόληψη, αντίθετα, δεν έχει θέαμα.
Δεν έχει ζωντανές συνδέσεις ένας καθαρισμός δάσους. Δεν εντυπωσιάζει η συντήρηση μιας αντιπυρικής ζώνης. Δεν κερδίζει πολιτικούς πόντους η απομάκρυνση της καύσιμης ύλης τον Φεβρουάριο, ο σωστός χωροταξικός σχεδιασμός ή η στελέχωση των Δασικών Υπηρεσιών.
Και κάπως έτσι η χώρα επενδύει διαρκώς στη διαχείριση της καταστροφής, αντί να επενδύει στην αποτροπή της.
Ο καθηγητής Οικονομικών του Περιβάλλοντος Ευτύχιος Σαρτζετάκης περιγράφει μια πραγματικότητα που η Πολιτεία γνωρίζει αλλά βολεύεται να ξεχνά: κάθε ευρώ που διατίθεται εγκαίρως στην πρόληψη μπορεί να γλιτώσει πολλαπλάσια ποσά από μελλοντικές ζημιές.
Αλλά στην Ελλάδα της επικοινωνιακής διαχείρισης, είναι προφανώς προτιμότερο να πληρώνουμε αεροπλάνα, αποζημιώσεις, κατεστραμμένες υποδομές και αποκαταστάσεις, παρά να καθαρίζουμε εγκαίρως τα δάση.
Μετά απορούμε γιατί ο λογαριασμός μεγαλώνει.
Οι φωτιές δεν καίνε μόνο δέντρα
Μια μεγάλη πυρκαγιά δεν τελειώνει όταν σβήσει η τελευταία φλόγα.
Αφήνει πίσω της κατεστραμμένες κατοικίες, νεκρά ζώα, διαλυμένες επιχειρήσεις, απώλειες στη γεωργική παραγωγή, πλήγμα στον τουρισμό, προβλήματα στην ύδρευση και κατεστραμμένες δημόσιες υποδομές.
Ακολουθούν η διάβρωση, οι πλημμύρες, η απώλεια γόνιμου εδάφους και η ερημοποίηση. Ένα δάσος που χάνεται δεν είναι απλώς μια έκταση με καμένα δέντρα. Είναι ένα ολόκληρο οικοσύστημα που προστάτευε το έδαφος, συγκρατούσε νερό, αποθήκευε άνθρακα και διατηρούσε τη βιοποικιλότητα.
Το οικονομικό κόστος των δασικών πυρκαγιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπολογίζεται σε δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Το 2023, μια από τις χειρότερες χρονιές, οι ζημιές στην Ελλάδα εκτιμήθηκαν περίπου στο 1,58 δισ. ευρώ.
Από το 1981 μέχρι το 2023, η Ελλάδα κατέγραψε 244 θανάτους που συνδέονται με δασικές πυρκαγιές, τον υψηλότερο αριθμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτά δεν είναι «ακραία φαινόμενα». Είναι ανθρώπινες ζωές, περιουσίες και δημόσιο χρήμα. Και πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει το ερώτημα που κανείς δεν θέλει να απαντήσει: πόσες από αυτές τις απώλειες θα μπορούσαν να είχαν περιοριστεί;
Το δάσος δεν προστατεύεται με εγκατάλειψη
Για χρόνια επικράτησε η βολική αντίληψη ότι το δάσος πρέπει να μένει εντελώς ανέγγιχτο. Μόνο που ένα εγκαταλειμμένο δάσος, γεμάτο ξερή βλάστηση και χωρίς αντιπυρικές ζώνες, δεν είναι προστατευμένο. Είναι μια τεράστια αποθήκη καυσίμων που περιμένει τον πρώτο σπινθήρα.
Η ενεργητική δασική διαχείριση δεν σημαίνει καταστροφή της φύσης. Σημαίνει καθαρισμούς, ελεγχόμενες αραιώσεις, συντήρηση δρόμων και αντιπυρικών ζωνών, αξιοποίηση της βόσκησης και ουσιαστική παρουσία δασολόγων στο πεδίο.
Σημαίνει συνεργασία της Δασικής Υπηρεσίας, της Πυροσβεστικής, της Πολιτικής Προστασίας, των δήμων, των περιφερειών και της επιστημονικής κοινότητας.
Όχι συσκέψεις όταν οι φλόγες έχουν ήδη περάσει τον δρόμο.
Όχι φωτογραφίες πάνω στα καμένα.
Όχι ανακοινώσεις για «άμεση αποκατάσταση» ενός τόπου που δεν έπρεπε να έχει αφεθεί απροστάτευτος.
Ευθύνη έχουν και οι πολίτες – Αλλά πρώτα λογοδοτεί η Πολιτεία
Βεβαίως, υπάρχει και η ατομική ευθύνη. Μια ψησταριά, ένα παλιό αγροτικό μηχάνημα, μια ηλεκτροσυγκόλληση ή μια απρόσεκτη εργασία μπορούν, μέσα σε συνθήκες ξηρασίας, να προκαλέσουν καταστροφή.
Ο πολίτης οφείλει να είναι προσεκτικός. Δεν μπορεί, όμως, η επίκληση της ατομικής ευθύνης να γίνεται το μόνιμο πλυντήριο της κρατικής ανεπάρκειας.
Η Πολιτεία γνωρίζει τις επικίνδυνες περιοχές. Γνωρίζει πού υπάρχουν οικισμοί μέσα ή δίπλα σε δασικές εκτάσεις. Γνωρίζει πού συσσωρεύεται καύσιμη ύλη, πού υπάρχουν προβληματικά δίκτυα, ποιοι δρόμοι διαφυγής είναι ανεπαρκείς και ποιοι δήμοι δεν διαθέτουν τα μέσα για ουσιαστικούς καθαρισμούς.
Αν τα γνωρίζει και δεν παρεμβαίνει, δεν μπορεί μετά να εμφανίζεται ως σωτήρας μοιράζοντας αποζημιώσεις.
Η αποζημίωση είναι υποχρέωση προς τον πληγέντα. Δεν είναι πιστοποιητικό επιτυχίας της κυβέρνησης.
Η πραγματική επιτυχία δεν φωτογραφίζεται
Επιτυχημένη αντιπυρική πολιτική δεν είναι να σηκωθούν δεκάδες αεροπλάνα πάνω από μια περιοχή που ήδη καίγεται.
Επιτυχία είναι να μη χρειαστεί να σηκωθούν.
Να εντοπιστεί έγκαιρα η εστία. Να υπάρχει καθαρισμένο δάσος. Να λειτουργούν οι αντιπυρικές ζώνες. Να υπάρχουν ασφαλείς υποδομές, οργανωμένοι δρόμοι διαφυγής, συστήματα προειδοποίησης και πραγματική συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να σταματήσει μόνη της την κλιματική αλλαγή. Μπορεί, όμως, να σταματήσει να χρησιμοποιεί την κλιματική αλλαγή ως άλλοθι για κάθε αποτυχία.
Γιατί στο τέλος το ερώτημα δεν είναι πόσες φωτιές έσβησε το κράτος.
Το ερώτημα είναι πόσες καταστροφές άφησε, με την αδράνεια και την ολιγωρία του, να γεννηθούν.

