Η αναθεώρηση δεν απορρίφθηκε, αλλά η κυβέρνηση απέτυχε να συγκεντρώσει τις 180 ψήφους που θα επέτρεπαν στην επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία να καθορίσει μόνη της το περιεχόμενο των αλλαγών
Η πρώτη ψηφοφορία για τη Συνταγματική Αναθεώρηση δεν απέτυχε. Οι προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας εγκρίθηκαν, οι περισσότερες με 158 έως 161 ψήφους. Αυτό που δεν κατάφερε η κυβέρνηση ήταν να συγκεντρώσει την αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών.
Η διαφορά είναι καθοριστική.
Η σημερινή, προτείνουσα Βουλή δεν αλλάζει το περιεχόμενο του Συντάγματος. Επιλέγει μόνο ποια άρθρα μπορούν να αναθεωρηθούν. Το τελικό περιεχόμενο των διατάξεων θα καθοριστεί από την επόμενη Βουλή, μετά τις εκλογές.
Γιατί οι 180 ψήφοι ήταν το μεγάλο διακύβευμα
Εάν ένα άρθρο εγκρινόταν τώρα με τουλάχιστον 180 ψήφους, τότε στην επόμενη Αναθεωρητική Βουλή θα αρκούσαν 151 ψήφοι για να διαμορφωθεί το νέο περιεχόμενό του.
Αντίθετα, επειδή οι περισσότερες κυβερνητικές προτάσεις συγκέντρωσαν από 151 έως 179 ψήφους, στην επόμενη Βουλή θα απαιτούνται 180. Η επόμενη κυβερνητική πλειοψηφία, επομένως, δεν θα μπορεί να αλλάξει μόνη της τα συγκεκριμένα άρθρα, αλλά θα αναγκαστεί να αναζητήσει ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις. Αυτό προβλέπεται ρητά από το άρθρο 110 του Συντάγματος.
Άρα, ο ισχυρισμός ότι «με 151 ψήφους υπάρχει κίνδυνος να αλλάξει η ΝΔ τα άρθρα όπως τη βολεύει» είναι ανάποδα διατυπωμένος. Ο κίνδυνος μονομερούς διαμόρφωσης θα ήταν μεγαλύτερος εάν η κυβέρνηση εξασφάλιζε τώρα τις 180 ψήφους και στην επόμενη Βουλή αρκούσε η απλή πλειοψηφία των 151.
Η αντιπολίτευση, αρνούμενη να προσφέρει αυτή την αυξημένη πλειοψηφία, ουσιαστικά δεν έδωσε «λευκή επιταγή» στην επόμενη κυβέρνηση.
Έλλειψη εμπιστοσύνης ή πολιτική τακτική;
Το αποτέλεσμα μπορεί πολιτικά να ερμηνευθεί και ως έλλειψη εμπιστοσύνης προς τη Νέα Δημοκρατία. Δεν μπορεί, όμως, να αποδοθεί αποκλειστικά στον φόβο ή στο «βεβαρημένο παρελθόν» της κυβέρνησης.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης εξέφρασαν διαφορετικές θέσεις για την κατεύθυνση των αλλαγών, ενώ το ΠΑΣΟΚ επέμεινε ότι οι συνταγματικές μεταβολές πρέπει να στηρίζονται σε ουσιαστικές συναινέσεις και ως προς το περιεχόμενό τους. Ο Νίκος Ανδρουλάκης κατηγόρησε, μάλιστα, τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι επιδιώκει ένα θεσμικό πλαίσιο που θα περιορίζει τους ελέγχους στην εκτελεστική εξουσία. Οι σχετικές πολιτικές τοποθετήσεις καταγράφηκαν μετά την ψηφοφορία.
Το βέβαιο είναι ότι η κυβέρνηση δεν κατάφερε να δημιουργήσει το κλίμα εμπιστοσύνης που απαιτεί μια τόσο σοβαρή θεσμική διαδικασία. Πήρε αρκετές ψήφους για να κρατήσει την αναθεώρηση ζωντανή, αλλά όχι αρκετές για να εξασφαλίσει ελευθερία κινήσεων στην επόμενη Βουλή.
Γιατί χρειάζεται δεύτερη ψηφοφορία
Η δεύτερη ψηφοφορία δεν γίνεται επειδή η πρώτη «δεν πέρασε». Είναι υποχρεωτικό στάδιο της διαδικασίας.
Το Σύνταγμα και το άρθρο 119 του Κανονισμού της Βουλής προβλέπουν δύο ονομαστικές ψηφοφορίες, οι οποίες πρέπει να απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον έναν μήνα. Στη δεύτερη ψηφοφορία θα τεθούν μόνο οι διατάξεις που εγκρίθηκαν στην πρώτη.
Η πρώτη ψηφοφορία πραγματοποιήθηκε στις 27 Ιουλίου. Επομένως, η δεύτερη δεν μπορεί να γίνει πριν συμπληρωθεί ένας ημερολογιακός μήνας και αναμένεται την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου. Το Σύνταγμα δεν αναφέρει «30 ημέρες» ούτε ορίζει υποχρεωτικά την 28η Αυγούστου ως ημερομηνία.
Μπορεί να «κλείσει» η Βουλή;
Η φράση «η κυβέρνηση δεν μπορεί να κλείσει τη Βουλή πριν από τις 28 Αυγούστου» δεν είναι απολύτως ακριβής νομικά.
Η Βουλή μπορεί να περιορίσει ή να διακόψει τις συνήθεις κοινοβουλευτικές εργασίες της. Για να ολοκληρωθεί, όμως, η παρούσα φάση της Συνταγματικής Αναθεώρησης πρέπει να πραγματοποιηθεί η δεύτερη ψηφοφορία στην Ολομέλεια.
Εάν η Βουλή διαλυόταν για εκλογές πριν από αυτή την ψηφοφορία, δεν θα είχε εκδοθεί η απαιτούμενη απόφαση των δύο ψηφοφοριών και η διαδικασία δεν θα μπορούσε να παραδοθεί ολοκληρωμένη στην επόμενη Βουλή.
Με απλά λόγια: δεν υπάρχει απόλυτη συνταγματική απαγόρευση να «κλείσει» ή ακόμη και να διαλυθεί η Βουλή. Αν, όμως, η κυβέρνηση θέλει να διασώσει τη διαδικασία της αναθεώρησης, πρέπει πρώτα να πραγματοποιήσει τη δεύτερη ψηφοφορία.
Και τότε θα φανεί ξανά εάν η Νέα Δημοκρατία μπορεί να πείσει περισσότερους βουλευτές ή αν η έλλειψη εμπιστοσύνης θα αποτυπωθεί για δεύτερη φορά στην κάλπη.

