Η Νέα Δημοκρατία προηγείται, αλλά το ερώτημα δεν είναι αν θα βγει πρώτη. Το ερώτημα είναι αν θα μπορεί να κυβερνήσει μόνη της. Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.
Μερικές φορές στην πολιτική αυτό που φαίνεται ευλογία, αποδεικνύεται παγίδα.
Σήμερα οι φίλοι της Νέας Δημοκρατίας κοιτούν τις δημοσκοπήσεις και χαίρονται. Βλέπουν την αντιπολίτευση πολυδιασπασμένη, το ΠΑΣΟΚ να μην απογειώνεται, τον ΣΥΡΙΖΑ να ψάχνει ρόλο, τον Τσίπρα να κινείται σε νέα πολιτική τροχιά και την κοινωνία να περιμένει αν η Μαρία Καρυστιανού θα μετατρέψει τη βαθιά κοινωνική συγκίνηση σε οργανωμένο πολιτικό ρεύμα. Πρόσφατα δημοσιεύματα αναφέρουν ότι η κ. Καρυστιανού αναλαμβάνει την ηγεσία του Ανεξάρτητου Κινήματος Πολιτών, ενώ για τον Αλέξη Τσίπρα καταγράφεται κινητικότητα για νέο πολιτικό φορέα.
Όμως το μεγάλο ερώτημα για τη Ν.Δ. δεν είναι αν θα είναι πρώτο κόμμα. Αυτό, με τα σημερινά δεδομένα, μοιάζει το πιθανότερο. Το ερώτημα είναι άλλο: μπορεί να φτάσει στην αυτοδυναμία;
Και εκεί η άνετη δημοσκοπική πρωτιά δεν αρκεί. Διότι άλλο πράγμα είναι να προηγείσαι με 10 ή 12 μονάδες από έναν αδύναμο δεύτερο, και άλλο να έχεις το ποσοστό, την κοινωνική ορμή και τη συμμετοχή που χρειάζονται για να σχηματίσεις μόνος σου κυβέρνηση. Ήδη πολιτικές αναλύσεις επισημαίνουν ότι, αν ο πήχης είναι απλώς η διαφορά από το δεύτερο κόμμα, η Ν.Δ. στέκεται καλά· αν όμως ο πήχης είναι η αυτοδυναμία, ο δρόμος είναι πολύ πιο δύσκολος.
Το φόβητρο πέθανε
Το ισχυρότερο όπλο της Ν.Δ. στις προηγούμενες αναμετρήσεις ήταν ο φόβος.
Ο φόβος ότι «έρχεται ο άλλος». Ο φόβος ότι θα επιστρέψει το 2015. Ο φόβος ότι μια κυβέρνηση της αντιπολίτευσης θα φέρει αστάθεια, περιπέτεια, οικονομική ανασφάλεια. Αυτός ο φόβος οδήγησε πολλούς ψηφοφόρους να ψηφίσουν Ν.Δ. χωρίς ενθουσιασμό. Με γκρίνια. Με θυμό. Με σφιγμένα δόντια. Αλλά την ψήφισαν.
Σήμερα αυτό το φόβητρο έχει αποδυναμωθεί.
Ο Ανδρουλάκης δεν εμφανίζεται ως άμεση απειλή εξουσίας. Ο Τσίπρας, ακόμη κι αν επανέλθει με νέο φορέα, δεν είναι ο Τσίπρας του 2015. Δεν υπάρχει εκείνη η ορμή, εκείνη η αντιμνημονιακή έκρηξη, εκείνο το αίσθημα ότι έρχεται πολιτικός σεισμός. Και η Καρυστιανού, όσο ισχυρό κοινωνικό φορτίο κι αν κουβαλά, δεν εμφανίζεται σήμερα ως κλασική διεκδικήτρια πρωθυπουργίας, αλλά ως πιθανός καταλύτης αντισυστημικής, θεσμικής και κοινωνικής διαμαρτυρίας.
Άρα τι μένει στη Ν.Δ.;
Μένει η πρωτιά. Αλλά όχι ο φόβος.
Και χωρίς φόβο, η εκβιαστική ψήφος μικραίνει.
Το πρόβλημα δεν είναι ο δεύτερος. Είναι η κάλπη
Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να είναι πρώτη και ταυτόχρονα να είναι πολύ μακριά από την αυτοδυναμία.
Αυτό είναι το σημείο που πολλοί δεν θέλουν να δουν. Με τον ισχύοντα μηχανισμό της ενισχυμένης αναλογικής, η αυτοδυναμία εξαρτάται όχι μόνο από το ποσοστό του πρώτου κόμματος, αλλά και από το πόσα κόμματα μένουν εκτός Βουλής. Όσο περισσότερες ψήφοι μένουν εκτός Κοινοβουλίου, τόσο χαμηλώνει ο πήχης της αυτοδυναμίας. Όσο περισσότερες ψήφοι μπαίνουν σε κόμματα που περνούν το 3%, τόσο δυσκολεύει η αυτοδυναμία. Αναλύσεις για τον εκλογικό νόμο σημειώνουν ότι ο πήχης για τις 151 έδρες μεταβάλλεται ανάλογα με το άθροισμα των κομμάτων εκτός Βουλής.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική απειλή για τη Ν.Δ.
Όχι στο αν θα είναι πρώτη.
Αλλά στο αν θα έχει απέναντί της μια Βουλή με 7, 8 ή και 9 κόμματα.
Διότι μια τέτοια Βουλή κόβει έδρες. Διαλύει τον αυτοδύναμο σχεδιασμό. Μετατρέπει την πρωτιά σε μισή νίκη. Και ανοίγει την πόρτα σε κυβερνήσεις συνεργασίας, σε παζάρια, σε μεταβατικά πρόσωπα, σε πρωθυπουργούς «ευρύτερης αποδοχής» και σε παρασκηνιακές συνεννοήσεις.
Η Καρυστιανού και ο Τσίπρας μπορεί να πονέσουν τη Ν.Δ. αλλιώς
Η πρώτη ανάγνωση λέει ότι νέα κόμματα όπως ένα πιθανό σχήμα Τσίπρα ή το Κίνημα Καρυστιανού θα τραυματίσουν κυρίως την αντιπολίτευση. Θα πάρουν από τον ΣΥΡΙΖΑ, από το ΠΑΣΟΚ, από τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, από τους αναποφάσιστους του κέντρου και της κεντροαριστεράς.
Σωστό.
Αλλά υπάρχει και δεύτερη ανάγνωση, πολύ πιο επικίνδυνη για τη Ν.Δ.
Αυτά τα σχήματα μπορούν να μειώσουν την αποχή.
Και αυτό είναι πρόβλημα για τη Νέα Δημοκρατία.
Διότι άλλο πολιτικό βάρος έχουν 1.100.000 ή 1.200.000 ψήφοι σε μια κάλπη χαμηλής συμμετοχής και άλλο σε μια κάλπη μεγάλης συμμετοχής. Αν η κοινωνία μείνει σπίτι, η οργανωμένη κομματική βάση μετρά περισσότερο. Αν η κοινωνία κατέβει μαζικά, τότε τα ποσοστά ξαναγράφονται.
Η Καρυστιανού, ειδικά, μπορεί να κινητοποιήσει ανθρώπους που δεν θα πήγαιναν να ψηφίσουν κανέναν. Ανθρώπους που δεν νιώθουν δεξιοί, αριστεροί ή κεντρώοι. Ανθρώπους οργισμένους, πληγωμένους, απολιτίκ, απογοητευμένους, ανθρώπους που δεν εμπιστεύονται κόμματα αλλά μπορεί να εμπιστευτούν ένα σύμβολο.
Αυτό δεν είναι απλή μετακίνηση ψήφων.
Είναι αλλαγή εκλογικού σώματος.
Και όταν αλλάζει το εκλογικό σώμα, αλλάζει και το αποτέλεσμα.
Η αυτοδυναμία γίνεται πολυτέλεια
Η Ν.Δ. μπορεί να βγει πρώτη. Μπορεί να έχει καθαρή διαφορά. Μπορεί να λέει ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική». Μπορεί να ζητήσει σταθερότητα. Μπορεί να προειδοποιήσει για ακυβερνησία.
Αλλά όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι θα πάρει 151 έδρες.
Η φθορά της επταετούς διακυβέρνησης, η ακρίβεια, τα θεσμικά μέτωπα, οι εσωκομματικές τριβές, η κόπωση της κοινωνίας και η είσοδος νέων σχημάτων δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η αυτοδυναμία δεν είναι αυτονόητη. Είναι δύσκολη εξίσωση.
Και αν στην κάλπη εμφανιστούν και άλλα δεξιά ή ακροδεξιά σχήματα, εφόσον βεβαίως τους επιτραπεί θεσμικά η κάθοδος, τότε η πίεση στη Ν.Δ. θα είναι διπλή: από τα δεξιά και από την αποχή που θα μειώνεται.
Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μια Βουλή κατακερματισμένη, με πολλά κόμματα και κανένα εύκολο κυβερνητικό σχήμα.
Η Νέα Δημοκρατία κινδυνεύει να πάθει το παράδοξο:
να κερδίσει τις εκλογές και να χάσει την αυτοδυναμία.
Να είναι πρώτη, αλλά όχι κυρίαρχη.
Να προηγείται, αλλά να μην μπορεί να κυβερνήσει μόνη.
Να βλέπει την αντιπολίτευση διαλυμένη και τελικά να ανακαλύπτει ότι αυτή η διάλυση δεν την έσωσε, αλλά της αφαίρεσε το τελευταίο μεγάλο της όπλο: τον φόβο.
Γιατί όταν κανείς δεν πιστεύει ότι «έρχεται ο αντίπαλος», κανείς δεν τρέχει να ψηφίσει από πανικό.
Και τότε η κάλπη παύει να είναι δημοσκόπηση.
Γίνεται λογαριασμός.
Και αυτός ο λογαριασμός για τη Ν.Δ. μπορεί να βγει πολύ πιο βαρύς απ’ όσο δείχνουν σήμερα οι αριθμοί.

