Η μαρτυρία για το πλοίο «Αλέξανδρος Καλουτάς», την άφιξη των προσφύγων στη Θεσσαλονίκη και τους συρματοπλεγμένους θαλάμους της Καλαμαριάς θυμίζει μια αλήθεια που δεν πρέπει να σβήσει: η προσφυγιά δεν τελείωσε με τη σωτηρία· άρχισε ξανά με την εγκατάλειψη.
Υπάρχουν κείμενα που δεν διαβάζονται απλώς. Σε σταματούν. Σε αναγκάζουν να κοιτάξεις κατάματα μια εποχή όπου ο ελληνισμός δεν θρηνούσε μόνο για τις χαμένες πατρίδες, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο υποδέχθηκε τους ανθρώπους του.
Η μαρτυρία του Γιώργου Λαμψίδη, από το έργο «Από τον Καύκασο στην Αρετσού», είναι ένα τέτοιο κείμενο. Περιγράφει την άφιξη του φορτηγού ελληνικού πλοίου «Αλέξανδρος Καλουτάς» στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, ένα πρωινό γεμάτο αναστάτωση, φόβο και ψυχρότητα.
Το πλοίο φθάνει, αλλά δεν δένει. Ο κόσμος συγκεντρώνεται στην προκυμαία, στη λεωφόρο Νίκης με τα τραμ της εποχής, όχι για να υποδεχθεί, όχι για να συμπαρασταθεί, αλλά για να κοιτάξει. Με περιέργεια. Με καχυποψία. Με απόσταση.
«Πρόσφυγες; Αλίμονό μας, θα μας φέρουν αρρώστιες», ακούγεται.
Αυτή η φράση συμπυκνώνει μια από τις πιο σκοτεινές πλευρές της συλλογικής μνήμης: οι κυνηγημένοι Έλληνες, οι ξεριζωμένοι, οι άνθρωποι που έχασαν τόπους, συγγενείς, σπίτια και ζωή ολόκληρη, αντιμετωπίστηκαν συχνά όχι ως αδέλφια, αλλά ως βάρος.
Το πλοίο κατευθύνεται στο Μικρό Καραμπουρνού, στην περιοχή της σημερινής Αρετσούς. Εκεί αρχίζει η αποβίβαση με μαούνες. Δεν τους περιμένουν σπίτια. Δεν τους περιμένει φροντίδα. Τους περιμένει μια παράγκα-«λουτρό», στρατιώτες, κλίβανοι και μια απάνθρωπη διαδικασία απολύμανσης.
Άνδρες και γυναίκες κουρεύονται με ποδοκίνητη μηχανή, σαν να ήταν ζώα. Μπαίνουν στο λουτρό αγεληδόν. Το νερό είναι παγωμένο. Παραδίδουν τα ρούχα τους στους κλιβάνους και όταν βγαίνουν, βρίσκουν καμένα παπούτσια, ζώνες, κασκέτα. Άλλοι κλαίνε, άλλοι φωνάζουν, άλλοι βλαστημούν. Και οι στρατιώτες γελούν.
Εδώ βρίσκεται η πιο σκληρή εικόνα: όχι μόνο η δυστυχία των προσφύγων, αλλά η αδυναμία κάποιων να τη σεβαστούν. Η τραγωδία μετατρέπεται στα μάτια τους σε θέαμα. Η ανθρώπινη συντριβή γίνεται αφορμή για γέλιο.
Από εκεί οι πρόσφυγες μεταφέρονται στους θαλάμους της Καλαμαριάς. Περίπου 90 με 100 μακρόστενα κτίσματα, παλιοί στρατιωτικοί θάλαμοι, γεμίζουν με ανθρώπους. Η περιοχή είναι συρματοπλεγμένη και φρουρείται από στρατιώτες. Η Θεσσαλονίκη φαίνεται μακριά, σχεδόν άπιαστη. Τη νύχτα τα φώτα της μοιάζουν με υπόσχεση ζωής. Την ημέρα η απόσταση γίνεται πιο σκληρή.
Πίσω από τα σύρματα, παιδιά πέντε χρονών βλέπουν τη θάλασσα χωρίς να μπορούν να την αγγίξουν. Βλέπουν την πόλη χωρίς να μπορούν να μπουν σε αυτήν. Βλέπουν τη ζωή να συνεχίζεται κάπου αλλού, ενώ εκεί, μέσα στους θαλάμους που το καλοκαίρι γίνονται καμίνια και τον χειμώνα ψυγεία, κυριαρχούν ο θάνατος και η θλίψη.
Η Καλαμαριά φτάνει να φιλοξενεί 50.000 με 60.000 πρόσφυγες. Και τότε αρχίζει η άλλη μάχη: η ελονοσία. Μια άγνωστη ασθένεια για πολλούς από αυτούς, που βρίσκει σώματα ήδη εξαντλημένα από την πείνα, την πορεία, την απώλεια, την ταπείνωση.
Το νοσοκομείο της Καλαμαριάς διαθέτει δύο θαλάμους και 120 κρεβάτια για δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Οι υπόλοιποι πεθαίνουν στους θαλάμους, μπροστά στους δικούς τους. Πενήντα και εξήντα θάνατοι την ημέρα. Οι νεκροί μεταφέρονται σε έναν οικίσκο στην άκρη του συρματοπλέγματος και από εκεί σε κάρα, για να ταφούν σε κοινούς τάφους, άγνωστους μέχρι σήμερα.
Η πιο συγκλονιστική λεπτομέρεια είναι ίσως αυτή: οι μικρές πένθιμες συνοδείες δεν κλαίνε πια. Όχι επειδή δεν πονούν. Αλλά επειδή τα δάκρυα έχουν στερέψει. Επειδή η προσφυγιά πρώτα σε διαλύει και ύστερα σε σκληραίνει για να αντέξεις.
Αυτή η μαρτυρία δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν. Είναι προειδοποίηση. Θυμίζει ότι ο ξεριζωμός δεν είναι αριθμός, δεν είναι στατιστική, δεν είναι κεφάλαιο σχολικού βιβλίου. Είναι άνθρωποι που κάποτε έφτασαν στην πατρίδα και δεν ένιωσαν αμέσως πατρίδα. Είναι παιδιά που είδαν τη Θεσσαλονίκη πίσω από σύρματα. Είναι νεκροί χωρίς γνωστό τάφο. Είναι η άλλη όψη μιας ιστορίας που συχνά τη θυμόμαστε μόνο με μεγάλες λέξεις, αλλά όχι με την ωμή της αλήθεια.
Η Καλαμαριά δεν χτίστηκε μόνο με σπίτια. Χτίστηκε πάνω σε μνήμη, απώλεια, πυρετό, κοινά μνήματα και πείσμα επιβίωσης.
Και αυτό είναι το χρέος απέναντι στους πρόσφυγες εκείνης της εποχής: όχι να τους μνημονεύουμε επετειακά, αλλά να μην ξεχνάμε ποτέ ότι πριν γίνουν ρίζα της νέας Ελλάδας, πέρασαν πρώτα από την περιφρόνηση, την απολύμανση, τα σύρματα και τον θάνατο.
Γιατί η προσφυγιά δεν είναι ντροπή εκείνου που φεύγει. Είναι δοκιμασία ανθρωπιάς για εκείνον που τον υποδέχεται.
Λαμψίδης Γιώργος, Τοπάλ Οσμάν, Ελληνική Φωνή, Αθήνα 1969-1971.

