Η Άγκυρα μετατρέπει τη «Γαλάζια Πατρίδα» σε κρατικό δόγμα και η Αθήνα επιμένει να πανηγυρίζει επειδή μειώθηκαν οι παραβιάσεις και λειτουργούν οι δίαυλοι επικοινωνίας
Η παρέμβαση του Κώστα Καραμανλή για τα Ελληνοτουρκικά δεν ήταν μία ακόμη τυπική τοποθέτηση πρώην πρωθυπουργού.
Ήταν μία βαριά πολιτική προειδοποίηση.
Η Τουρκία, όπως επισήμανε, δεν περιορίζεται πλέον σε προκλητικές δηλώσεις, εμπρηστικούς χάρτες και στρατιωτικά συνθήματα. Επιχειρεί να μετατρέψει τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε θεσμοθετημένη κρατική πολιτική, προβάλλοντας απαράδεκτες αξιώσεις στο μισό Αιγαίο.
Και ενώ η Άγκυρα οργανώνει, κωδικοποιεί και προετοιμάζει τις διεκδικήσεις της για εφαρμογή στο πεδίο, η ελληνική κυβέρνηση συνεχίζει να εμφανίζει ως μεγάλη διπλωματική επιτυχία τη διατήρηση των λεγόμενων «ήρεμων νερών».
Το κεντρικό πολιτικό ερώτημα είναι πλέον αμείλικτο:
Μέχρι πότε η κυβέρνηση θα παρουσιάζει ως στρατηγική την αποφυγή της έντασης, όταν η Τουρκία δεν εγκαταλείπει ούτε μία από τις διεκδικήσεις της;
Η Τουρκία δεν υποχωρεί – Απλώς αλλάζει τακτική
Ο Κώστας Καραμανλής χαρακτήρισε εξωφρενικό το τουρκικό νομοθετικό πλαίσιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα», τονίζοντας ότι δεν αφήνει καμία αμφιβολία για το εύρος των τουρκικών αξιώσεων.
Η επισήμανσή του καταρρίπτει το βολικό αφήγημα ότι η ελληνοτουρκική ένταση έχει δήθεν υποχωρήσει επειδή η Άγκυρα εγκατέλειψε τον αναθεωρητισμό της.
Η Τουρκία δεν εγκατέλειψε τίποτα.
Δεν απέσυρε το casus belli.
Δεν ανακάλεσε τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών».
Δεν παραιτήθηκε από την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας.
Δεν αποδέχθηκε πλήρη δικαιώματα των ελληνικών νησιών στις θαλάσσιες ζώνες.
Δεν εγκατέλειψε το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Δεν σταμάτησε να απαιτεί αποστρατιωτικοποίηση ελληνικών νησιών.
Απλώς επέλεξε μία διαφορετική τακτική: λιγότερη ένταση στην επιφάνεια και συστηματική προώθηση των θέσεών της σε διπλωματικό, στρατιωτικό, νομικό και γεωπολιτικό επίπεδο.
Αυτό δεν είναι εξομάλυνση.
Είναι αναθεωρητισμός χαμηλής έντασης.
Τα «ήρεμα νερά» δεν σημαίνουν ασφαλή νερά
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει καθαρά: Τι ακριβώς έχει κερδίσει η Ελλάδα από την πολιτική των «ήρεμων νερών»;
Εγκατέλειψε η Τουρκία έστω και μία από τις παράνομες και ακραίες αξιώσεις της;
Αναγνώρισε ότι η μοναδική διαφορά είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ;
Ακύρωσε το casus belli;
Αναγνώρισε τα κυριαρχικά δικαιώματα των ελληνικών νησιών;
Σταμάτησε να συνδέει την ελληνική κυριαρχία με την αποστρατιωτικοποίηση;
Η απάντηση σε όλα είναι αρνητική.
Επομένως, ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο αυτής της πολιτικής;
Να μην προκαλεί η Τουρκία ένταση, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί ακέραιες όλες τις διεκδικήσεις της;
Να μην εμφανίζονται καθημερινά πολεμικά αεροσκάφη στο Αιγαίο, αλλά να προωθείται θεσμικά η «Γαλάζια Πατρίδα»;
Να μην υπάρχουν οξείες δηλώσεις, αλλά να καλλιεργείται διεθνώς η εικόνα ότι η Ελλάδα και η Τουρκία διαθέτουν ένα ευρύ πακέτο «διαφορών» προς διαπραγμάτευση;
Η σιωπή των όπλων δεν ισοδυναμεί με εγκατάλειψη των διεκδικήσεων.
Και η προσωρινή αποκλιμάκωση δεν αποτελεί επιτυχία, όταν χρησιμοποιείται από την άλλη πλευρά για την καλύτερη προετοιμασία της επόμενης πίεσης.
Κατευνασμός χωρίς ανταλλάγματα
Ο διάλογος δεν είναι από μόνος του λάθος.
Λάθος είναι ο διάλογος χωρίς σαφείς κόκκινες γραμμές.
Λάθος είναι η αποκλιμάκωση χωρίς ανταλλάγματα.
Λάθος είναι η κυβερνητική αυτοϊκανοποίηση, όταν η Τουρκία δεν έχει κάνει ούτε ένα ουσιαστικό βήμα πίσω.
Η Ελλάδα εμφανίζεται να επενδύει πολιτικά στη διατήρηση ενός καλού κλίματος, ενώ η Τουρκία επενδύει στρατηγικά στη μονιμοποίηση των αξιώσεών της.
Η Αθήνα φοβάται μήπως διαταραχθούν τα «ήρεμα νερά».
Η Άγκυρα φροντίζει να καθορίσει σε ποια νερά θεωρεί ότι έχει δικαιώματα.
Αυτή είναι η επικίνδυνη ασυμμετρία.
Η μία πλευρά διαχειρίζεται την εικόνα.
Η άλλη χτίζει στρατηγική.
Ποιος έδωσε εντολή να μην ενοχλείται η Τουρκία;
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει και σε ένα ακόμη σοβαρό ερώτημα:
Υπάρχει πολιτική εντολή αποφυγής κάθε τριβής με την Τουρκία, ακόμη και όταν αμφισβητούνται ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα;
Υπάρχει οδηγία ώστε περιστατικά στο Αιγαίο να υποβαθμίζονται, να αποσιωπώνται ή να παρουσιάζονται ως τεχνικές διαφορές, προκειμένου να μη διαταραχθεί το κλίμα;
Υπάρχει φόβος ότι οποιαδήποτε αποφασιστική ελληνική αντίδραση θα κατηγορηθεί ως κίνηση που υπονομεύει τον διάλογο;
Διότι, εάν η πολιτική των «ήρεμων νερών» σημαίνει ότι η Ελλάδα αυτοπεριορίζεται για να μην ενοχληθεί η Άγκυρα, τότε δεν μιλάμε για διπλωματία.
Μιλάμε για σταδιακή εξοικείωση της κοινωνίας με τις τουρκικές απαιτήσεις.
Και αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο.
Η Ευρώπη εξοπλίζει αυτόν που απειλεί κράτος-μέλος
Ο Κώστας Καραμανλής έθεσε και μία ακόμη κρίσιμη διάσταση: τη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στην Τουρκία.
Είναι αδιανόητο μία χώρα που απειλεί ευθέως κράτος-μέλος με πόλεμο να αντιμετωπίζεται ως προνομιακός εταίρος της ευρωπαϊκής άμυνας.
Είναι αδιανόητο να συζητείται η ενίσχυση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας με ευρωπαϊκούς πόρους, την ώρα που η Άγκυρα αμφισβητεί ελληνικά νησιά και θαλάσσιες ζώνες.
Όμως η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στις Βρυξέλλες.
Ανήκει και στην Αθήνα, όταν δεν θέτει πραγματικό βέτο.
Όταν αρκείται σε δηλώσεις.
Όταν φοβάται να συνδέσει την ευρωπαϊκή πορεία και τη χρηματοδότηση της Τουρκίας με την άρση του casus belli και την εγκατάλειψη του αναθεωρητισμού.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να ζητά κατανόηση από τους εταίρους της, όταν η ίδια αποφεύγει να χρησιμοποιήσει τα θεσμικά και διπλωματικά όπλα που διαθέτει.
Ο κίνδυνος της σταδιακής διολίσθησης
Η Τουρκία δεν χρειάζεται να επιβάλει όλες τις απαιτήσεις της μέσα σε μία ημέρα.
Της αρκεί να τις επαναλαμβάνει.
Να τις εντάσσει σε χάρτες.
Να τις μετατρέπει σε δόγματα.
Να τις περνά σε νόμους.
Να τις εισάγει στη διεθνή συζήτηση.
Να απαιτεί να αποτελέσουν αντικείμενο διαλόγου.
Και στο τέλος, να εμφανίζει ως «συμβιβασμό» την αποδοχή μέρους όσων εξαρχής δεν δικαιούται.
Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, η Ελλάδα δεν μπορεί να απαντά μόνο με χαμηλούς τόνους και ευχές για συνέχιση του θετικού κλίματος.
Χρειάζεται αποτροπή.
Χρειάζεται εθνική στρατηγική.
Χρειάζεται καθαρές κόκκινες γραμμές.
Χρειάζεται διεθνοποίηση των τουρκικών αξιώσεων.
Χρειάζεται να καταστεί σαφές ότι καμία συζήτηση δεν μπορεί να περιλαμβάνει ζητήματα ελληνικής κυριαρχίας.
Η κυβέρνηση πρέπει να απαντήσει τώρα
Η παρέμβαση Καραμανλή υποχρεώνει την κυβέρνηση να εγκαταλείψει τις γενικόλογες διαβεβαιώσεις.
Δεν αρκεί να δηλώνει ότι «η Ελλάδα δεν συζητά ζητήματα κυριαρχίας».
Πρέπει να εξηγήσει ποια είναι η απάντησή της στην προσπάθεια θεσμοθέτησης της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Πρέπει να πει τι θα κάνει εάν η Τουρκία επιχειρήσει να εφαρμόσει τις αξιώσεις της στο πεδίο.
Πρέπει να αποκαλύψει ποια συγκεκριμένα ανταλλάγματα έχει εξασφαλίσει η Ελλάδα από την πολιτική της αποκλιμάκωσης.
Πρέπει να απαντήσει εάν εξακολουθεί να θεωρεί την πολιτική των «ήρεμων νερών» επιτυχημένη, όταν η άλλη πλευρά διεκδικεί ανοιχτά το μισό Αιγαίο.
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «διάλογος ή ένταση».
Το πραγματικό δίλημμα είναι:
Διάλογος με αποτροπή και αξιοπρέπεια ή κατευνασμός με διαρκείς ελληνικές υποχωρήσεις;
Διότι τα ήρεμα νερά μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε παγίδα, όταν η μία πλευρά θεωρεί την ηρεμία ευκαιρία συνεννόησης και η άλλη ευκαιρία επιβολής τετελεσμένων.
Και η Ιστορία έχει αποδείξει ότι ο αναθεωρητισμός δεν σταματά επειδή τον αντιμετωπίζεις με χαμόγελα.
Σταματά μόνο όταν γνωρίζει ότι το κόστος θα είναι μεγαλύτερο από το όφελος.

