Ο Δημήτρης Λιαντίνης, στο τελευταίο του μάθημα στο Μαράσλειο Διδασκαλείο, στις 27 Μαΐου 1998, συμπύκνωσε σε λίγες φράσεις μια ολόκληρη κοσμοθεωρία για τη ζωή, τον χρόνο, το ήθος και τον θάνατο. Ο λόγος του δεν ήταν ούτε παρηγορητικός ούτε εύκολος. Ήταν βαθιά υπαρξιακός, αυστηρός και ταυτόχρονα λυτρωτικός: η ζωή δεν είναι ούτε αναβλητή ούτε αναστρέψιμη, γι’ αυτό και η κάθε ημέρα οφείλει να βιώνεται με πληρότητα, με αγρύπνια και με μέτρο.
Στο απόσπασμα αυτό, ο Λιαντίνης δεν προσεγγίζει τη ζωή ως μια απλή αλληλουχία ημερών, αλλά ως ένα πολύτιμο δώρο που χάνεται οριστικά μόλις αφεθεί ανεκμετάλλευτο. «Τρύγησε την ημέρα», λέει με τρόπο επιτακτικό, σχεδόν τελετουργικό. Δεν προτείνει μια επιφανειακή απόλαυση της στιγμής, ούτε έναν εύκολο ηδονισμό. Αντίθετα, μιλά για μια βαθύτερη κατάφαση στη ζωή, για μια τίμια και συνειδητή χαρά, που περνά μέσα από την ηθική, την εντιμότητα και την αποφυγή της ύβρεως.
Αυτό που καθιστά τον λόγο του τόσο διαχρονικό είναι ότι δεν αποσυνδέει ποτέ τη ζωή από το τέλος της. Η μνήμη του θανάτου, στον Λιαντίνη, δεν λειτουργεί ως σκοτεινή απειλή αλλά ως μέτρο αλήθειας. Ο άνθρωπος οφείλει να ζει έτσι ώστε, όταν φτάσει η τελική στιγμή, να τον βρει συμφιλιωμένο με την αναγκαιότητα, όρθιο απέναντι στο πεπερασμένο της ύπαρξης. Αυτή η συμφιλίωση, όμως, δεν είναι αυτονόητη· είναι «αγώνισμα ολυμπιακό δια βίου», ένας καθημερινός αγώνας εσωτερικής εγρήγορσης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο στοχαστής στην έννοια της αγρύπνιας. Ο υπαρκτικός ύπνος είναι, για τον ίδιο, μία από τις πιο ύπουλες μορφές απώλειας. Να σε παρασύρει η ζωή, να σε απορροφήσει η συνήθεια, να περνά η μία μέρα μετά την άλλη χωρίς επίγνωση, χωρίς ουσία, χωρίς καρπό. Γι’ αυτό και επικαλείται με χαρακτηριστική ευχέρεια τον Χριστό, τον Σολωμό, τον Όμηρο, τον Σεφέρη και τον Καβάφη, συνθέτοντας ένα ενιαίο πνευματικό τοπίο όπου η εγρήγορση γίνεται υπαρξιακή επιταγή. Να μένουν «πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής».
Στον πυρήνα της σκέψης του βρίσκεται η ελληνική ιδέα του μέτρου. Το «να χαίρεσαι τη ζωή» δεν σημαίνει ασυδοσία, αχαλίνωτη επιθυμία ή παράδοση στην υπερβολή. Σημαίνει να ζεις με συνείδηση, να αποδέχεσαι τη χαρά χωρίς να εκπίπτεις στην ύβρη, να καρπώνεσαι τη μέρα χωρίς να τη σπαταλάς. Είναι μια βαθιά ελληνική ηθική στάση, ένας άτυπος «δεκάλογος» που δεν απαγορεύει τη ζωή, αλλά τη νοηματοδοτεί.
Η αναφορά του στον Θαλή τον Μιλήσιο έρχεται να κλείσει σχεδόν δραματικά το στοχαστικό του τόξο. Το «ούπω καιρός» που κάποτε γίνεται «ούκ έτι καιρός» λειτουργεί ως συγκλονιστική υπενθύμιση ότι η αναβολή είναι ίσως η πιο αθόρυβη μορφή απώλειας. Ο χρόνος που νομίζουμε ότι έχουμε απεριόριστα, κάποια στιγμή εξαντλείται. Και τότε η ζωή δεν επιστρέφει, δεν ξανανοίγει, δεν επαναλαμβάνεται.
Ο Λιαντίνης δεν παραδίδει απλώς ένα φιλοσοφικό μάθημα. Παραδίδει μια υπαρξιακή εντολή: να ζούμε με επίγνωση, να χαιρόμαστε τη ζωή με μέτρο, να μη χαρίζουμε τις ημέρες μας στην αδράνεια, στη λήθη, στην αναβολή. Γιατί η αληθινή τραγωδία δεν είναι ο θάνατος. Είναι να φτάσεις στο τέλος και να μοιάζει σαν να μην έζησες ποτέ πραγματικά.

