Η αποχώρηση χαρακτηρίζεται «κοινή συναινέσει» και αποδίδεται από κυβερνητικές πηγές σε προσωπικούς λόγους, χωρίς όμως αναλυτική επίσημη εξήγηση – Είχε προηγηθεί η δημόσια αποστασιοποίηση του Παύλου Μαρινάκη
Η παραίτηση του Σωτήρη Σέρμπου από το πρωθυπουργικό επιτελείο απέκτησε και τυπικά ισχύ με τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το διοικητικό σκέλος έκλεισε. Το πολιτικό, όμως, παραμένει ανοικτό, καθώς η αποχώρηση ενός προσώπου που χειριζόταν ζητήματα εξωτερικής πολιτικής συμπίπτει με μια εξαιρετικά φορτισμένη περίοδο και ακολουθεί τη δημόσια αποστασιοποίηση της κυβέρνησης από θέσεις του για την αμερικανική πολιτική στο Ιράν.
Η απόφαση 6487/21.08.2026, η οποία δημοσιεύθηκε στο τεύχος Υ.Ο.Δ.Δ. 1345, κάνει δεκτή την παραίτηση και απαλλάσσει τον Σωτήρη Σέρμπο από τα καθήκοντά του από τις 21 Αυγούστου. Υπογράφεται από τον υπουργό Επικρατείας Χρήστο-Γεώργιο, γνωστό ως Άκη, Σκέρτσο.
Υπάρχει, πάντως, μια λεπτομέρεια που χρειάζεται ακρίβεια. Παρότι στη δημόσια συζήτηση παρουσιάζεται ως σύμβουλος του πρωθυπουργού για θέματα εξωτερικής πολιτικής, ο ακριβής διοικητικός τίτλος που αναγράφεται στο ΦΕΚ είναι «μετακλητός συνεργάτης της Γενικής Γραμματείας Πρωθυπουργού της Προεδρίας της Κυβέρνησης».
«Κοινή συναινέσει», αλλά χωρίς αναλυτική εξήγηση
Ο ίδιος ο Σωτήρης Σέρμπος, ερωτηθείς για την αποχώρησή του, ανέφερε ότι η απόφαση ελήφθη κοινή συναινέσει. Παράλληλα, κυβερνητικές πηγές απέδωσαν την παραίτηση σε προσωπικούς λόγους και υποστήριξαν ότι είχε υποβληθεί νωρίτερα, πριν ολοκληρωθεί τώρα η τυπική διαδικασία με το ΦΕΚ.
Αυτές οι δύο τοποθετήσεις περιγράφουν ένα συναινετικό τέλος στη συνεργασία, δεν εξηγούν όμως με λεπτομέρεια τι οδήγησε σε αυτό. Δεν έχει εκδοθεί αναλυτική κυβερνητική ανακοίνωση ούτε έχει δοθεί δημόσια από τον ίδιο συγκεκριμένος λόγος πέρα από τη σύντομη αναφορά στην κοινή συναίνεση.
Αυτό δεν επιτρέπει να παρουσιαστεί ως αποδεδειγμένο γεγονός ότι η παραίτηση προκλήθηκε από πολιτική ή στρατηγική διαφωνία. Επιτρέπει, όμως, να τεθεί το αυτονόητο ερώτημα: γιατί ένα πρόσωπο με ειδίκευση στις διεθνείς σχέσεις αποχωρεί λιγότερο από έντεκα μήνες μετά την τοποθέτησή του, σε μια συγκυρία κατά την οποία η ελληνική εξωτερική πολιτική δοκιμάζεται ταυτόχρονα στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στις σχέσεις Ευρώπης–Ηνωμένων Πολιτειών;
Το δημόσιο «άδειασμα» του Απριλίου
Το γεγονός που δίνει στην παραίτηση πολιτικό βάρος είχε καταγραφεί στις 27 Απριλίου 2026. Ο Σωτήρης Σέρμπος είχε επικρίνει δημόσια τη στρατηγική της Ουάσιγκτον απέναντι στο Ιράν, χαρακτηρίζοντας κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ «απερίσκεπτες». Στην ανάλυσή του είχε χρησιμοποιήσει τις αναφορές «Βενεζουέλα 2.0» και «Βόρεια Κορέα 2.0» για να περιγράψει την αμερικανική επιδίωξη και το αποτέλεσμα που, κατά την εκτίμησή του, παρήγαγε.
Η αντίδραση του Μεγάρου Μαξίμου ήταν δημόσια και σαφής. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι οι συγκεκριμένες απόψεις «δεν απηχούν τις απόψεις της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού». Πρόσθεσε ότι ο Σωτήρης Σέρμπος εκφραζόταν υπό την επιστημονική του ιδιότητα και ότι η επίσημη εξωτερική πολιτική χαράσσεται από τον πρωθυπουργό, το υπουργείο Εξωτερικών και τα αρμόδια κυβερνητικά όργανα.
Η χρονική ακολουθία είναι υπαρκτή: πρώτα η δημόσια διαφοροποίηση και μερικούς μήνες αργότερα η αποχώρηση. Η αιτιώδης σύνδεση, όμως, δεν έχει επιβεβαιωθεί. Όποιος τη θεωρεί δεδομένη, μετατρέπει μια εύλογη πολιτική υπόθεση σε αυθαίρετο συμπέρασμα. Όποιος, από την άλλη, απαιτεί να αγνοηθεί εντελώς το προηγούμενο επεισόδιο, ζητά να διαβαστεί το ΦΕΚ αποκομμένο από τη δημόσια πολιτική πραγματικότητα.
Μια σύντομη θητεία στο πρωθυπουργικό επιτελείο
Ο Σωτήρης Σέρμπος ανέλαβε καθήκοντα στη Γενική Γραμματεία Πρωθυπουργού τον Οκτώβριο του 2025. Είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, με ειδίκευση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και μακρά παρουσία στον χώρο της εξωτερικής πολιτικής και του στρατηγικού σχεδιασμού.
Είχε ενταχθεί στη Νέα Δημοκρατία τον Μάρτιο του 2024 και συμμετείχε στο ευρωψηφοδέλτιο του κόμματος στις ευρωεκλογές της ίδιας χρονιάς, χωρίς να εκλεγεί. Νωρίτερα, το 2022, είχε διατελέσει διπλωματικός σύμβουλος του Νίκου Ανδρουλάκη. Στο βιογραφικό του περιλαμβάνονται ακόμη θέσεις επιστημονικού διευθυντή σχεδιασμού πολιτικής στο υπουργείο Εξωτερικών και ειδικού συμβούλου σε σειρά υπουργείων.
Η ένταξή του στη ΝΔ είχε προβληθεί ως άνοιγμα προς ένα τεχνοκρατικό, ακαδημαϊκό και ευρωπαϊκό προφίλ. Η γρήγορη έξοδός του από το πρωθυπουργικό επιτελείο δεν ακυρώνει από μόνη της αυτό το αφήγημα, αλλά ασφαλώς το δοκιμάζει: η αξία ενός συμβούλου δεν βρίσκεται μόνο στην επιστημονική του επάρκεια, αλλά και στη δυνατότητά του να καταθέτει δύσκολες εκτιμήσεις πριν από τις πολιτικές αποφάσεις.
Η διαφωνία είναι εργαλείο, όχι απειλή
Κάθε κυβέρνηση δικαιούται να επιλέγει τους συνεργάτες της και να απαιτεί ενιαία δημόσια γραμμή στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Το ίδιο αυτονόητο, όμως, είναι ότι ένα πρωθυπουργικό επιτελείο χρειάζεται ανθρώπους που δεν περιορίζονται στην επιβεβαίωση ήδη ειλημμένων αποφάσεων. Διαφορετικά, η επιστημονική γνώση μετατρέπεται σε διακοσμητικό στοιχείο και η συμβουλευτική λειτουργία σε μηχανισμό επικύρωσης.
Η Ρένα Δούρου έθεσε δημόσια το ερώτημα αν η αποχώρηση συνδέεται με την επικριτική θέση του Σωτήρη Σέρμπου απέναντι στην πολιτική Τραμπ και άσκησε κριτική στην κυβερνητική στρατηγική στα ελληνοτουρκικά. Πρόκειται για πολιτική παρέμβαση της αντιπολίτευσης, όχι για απόδειξη των αιτίων της παραίτησης.
Γι’ αυτό και το βάρος της καθαρής απάντησης παραμένει στο Μέγαρο Μαξίμου. Αν η συνεργασία ολοκληρώθηκε αποκλειστικά για προσωπικούς λόγους και κοινή συναινέσει, μπορεί να ειπωθεί ευθέως και επώνυμα. Αν υπήρξαν διαφωνίες πολιτικής, η κοινωνία δικαιούται να γνωρίζει τουλάχιστον το αντικείμενό τους, χωρίς φυσικά να δημοσιοποιηθούν ευαίσθητες πληροφορίες.
Το ΦΕΚ καταγράφει ποιος έφυγε και από πότε. Δεν απαντά γιατί έφυγε. Και όταν πρόκειται για συνεργάτη του πρωθυπουργικού επιτελείου σε περίοδο γεωπολιτικής έντασης, το «γιατί» δεν είναι κουτσομπολιό παρασκηνίου. Είναι ζήτημα θεσμικής ενημέρωσης και πολιτικής λογοδοσίας.

