Όταν η υποχώρηση βαφτίζεται «ρεαλισμός» και η εθνική γραμμή σπρώχνεται χιλιοστό-χιλιοστό προς τα πίσω
Υπάρχουν δηλώσεις που δεν είναι απλώς ατυχείς. Είναι αποκαλυπτικές. Και όταν προέρχονται από πρόσωπα με θεσμικό βάρος, νομική ιδιότητα και μακρά παρουσία στον πυρήνα της δημόσιας συζήτησης για τα ελληνοτουρκικά, δεν ακούγονται ως «προσωπική άποψη». Ακούγονται ως πολιτικό σήμα.
Ο Χρήστος Ροζάκης δεν πέταξε μια κουβέντα στον αέρα. Άνοιξε ξανά, με τον πιο ωμό τρόπο, τη συζήτηση για το μέχρι πού είναι διατεθειμένο ένα τμήμα του ελληνικού συστήματος να σπρώξει τη χώρα στο όνομα του «διαλόγου», της «νηφαλιότητας» και ενός επικίνδυνου, μονόπλευρου κατευνασμού.
Δεν ήταν γκάφα. Ήταν γραμμή.
Όποιος βιάζεται να παρουσιάσει τέτοιες τοποθετήσεις ως «λεκτικό ολίσθημα», απλώς κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του.
Δεν πρόκειται για μια τυχαία φράση που ξέφυγε σε έναν τηλεοπτικό αέρα. Πρόκειται για επαναλαμβανόμενη λογική: ότι η Ελλάδα οφείλει να αυτοπεριορίζεται, να ζυγίζει κάθε κίνησή της με βάση την τουρκική αντίδραση και να συνηθίζει σταδιακά την ιδέα ότι η άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων είναι περίπου… διαπραγματεύσιμη.
Αυτό είναι το επικίνδυνο σημείο.
Όχι μόνο τι ειπώθηκε, αλλά το πώς ειπώθηκε: με τον τόνο εκείνου που δεν δοκιμάζει μια πρόκληση, αλλά διατυπώνει μια «σοβαρή» σχολή σκέψης. Μια σχολή που θεωρεί ότι η εθνική θέση πρέπει πρώτα να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της έντασης και μετά να παρουσιάζεται στην κοινωνία ως «ώριμη στάση».
Ο μηχανισμός είναι γνωστός: πρώτα η μετατόπιση, μετά η συνήθεια
Έτσι γίνεται πάντα η δουλειά.
Πρώτα πετιέται κάτι ακραίο. Μετά ξεσπά θόρυβος. Έπειτα εμφανίζονται οι «ψύχραιμοι» να εξηγήσουν ότι «παρεξηγήθηκε», ότι «χρειάζεται ρεαλισμός», ότι «δεν πρέπει να φωνάζουμε», ότι «η διπλωματία θέλει λεπτούς χειρισμούς». Και κάπως έτσι, αυτό που χθες θεωρούνταν αδιανόητο, σήμερα μπαίνει στο τραπέζι ως μία ακόμη «σχολή προσέγγισης».
Αυτή είναι η κανονικοποίηση της υποχώρησης.
Όχι με μία εθνική ήττα σε μια μέρα, αλλά με μικρές ενέσεις εθισμού. Με φράσεις που εκπαιδεύουν το κοινό να αποδέχεται ότι δεν έχουμε πλήρες δικαίωμα να κινούμαστε όπως προβλέπει το διεθνές πλαίσιο, αν προηγουμένως δεν κοιτάξουμε προς Άγκυρα.
Με άλλα λόγια: να συνηθίσουμε ότι η αποτροπή είναι «παρωχημένη», η επιμονή είναι «εθνικισμός» και η παραχώρηση είναι «σοβαρότητα».
Το ερώτημα δεν είναι τι είπε μόνος του. Το ερώτημα είναι ποιον εξυπηρετεί.
Εδώ βρίσκεται όλη η ουσία.
Μπορεί να μην υπάρχει επίσημη κυβερνητική υιοθέτηση μιας τέτοιας δήλωσης. Όμως στην πολιτική, ειδικά στα εθνικά, δεν έχει σημασία μόνο η επίσημη εντολή. Σημασία έχει και η λειτουργία μιας δήλωσης μέσα στο δημόσιο πεδίο. Και τέτοιες παρεμβάσεις, είτε είναι οργανωμένες είτε όχι, λειτουργούν αντικειμενικά προς μία κατεύθυνση: δοκιμάζουν αν η κοινωνία αντέχει λίγο περισσότερη υποχώρηση, λίγο περισσότερη γκρίζα ζώνη, λίγο περισσότερο ψαλίδισμα αυτοπεποίθησης.
Γι’ αυτό και η αγανάκτηση δεν είναι υπερβολή. Είναι πολιτικό αντανακλαστικό.
Διότι όταν ένας άνθρωπος με ειδικό βάρος μιλά σαν να πρέπει η Ελλάδα να σκέφτεται πρώτα τι επιτρέπει ο αναθεωρητισμός της άλλης πλευράς, τότε δεν συμμετέχει απλώς σε μια συζήτηση. Συμβάλλει σε μια μετατόπιση. Και κάθε τέτοια μετατόπιση έχει συνέπειες: στη διπλωματία, στην κοινή γνώμη, στην εθνική αυτοαντίληψη.
Όχι, λοιπόν. Δεν είναι τυχαίες τέτοιες δηλώσεις.
Δεν είναι «μια κουβέντα παραπάνω». Δεν είναι «μια ακαδημαϊκή προσέγγιση». Δεν είναι «παρεξήγηση των λεγομένων». Είναι η παλιά, φθαρμένη, επικίνδυνη συνταγή με καινούργιο περιτύλιγμα: να μάθει η Ελλάδα να μικραίνει μόνη της, για να μην ενοχλεί εκείνον που την απειλεί.
Και αυτό δεν λέγεται ρεαλισμός.
Λέγεται ιδεολογική προετοιμασία της υποχώρησης.
Και όσο ακούγεται από πρόσωπα με κύρος, τόσο πιο επιτακτικό γίνεται να απαντιέται καθαρά, πολιτικά και χωρίς μισόλογα:
η εθνική κυριαρχία δεν μπαίνει σε ψυχολογική διαπραγμάτευση, ούτε παραδίδεται με τηλεοπτικές ατάκες.

