Δεν έχει καμία απολύτως σημασία αν ήταν 900 ή 1.000 ζώα.
Όποιος στέκεται σε αυτό το ερώτημα, δεν κατάλαβε τίποτα. Ή, χειρότερα, δεν θέλει να καταλάβει.
Εδώ δεν χάθηκε ένα κοπάδι.
Χάθηκε μια ανθρώπινη ζωή.
Χάθηκε ένας άνθρωπος που γεννήθηκε μέσα στη δουλειά του, μεγάλωσε με αυτήν, όρισε τη ζωή του μέσα από αυτήν. Ένας άνθρωπος για τον οποίο τα ζώα δεν ήταν «περιουσιακά στοιχεία», αλλά καθημερινή φροντίδα, ευθύνη, ταυτότητα. Όποιος δεν το αντιλαμβάνεται αυτό, δεν έχει καμία σχέση με τον πρωτογενή τομέα — έχει μόνο σχέση με χαρτιά, κανονισμούς και καρέκλες.
Το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο δεν είναι η απώλεια.
Είναι ο κυνισμός που ακολούθησε.
Η προσπάθεια να υποβαθμιστεί το γεγονός με τεχνικά προσχήματα, με αριθμούς, με ψυχρές φράσεις του τύπου «δεν ήταν δικά του», δεν είναι απλώς άστοχη. Είναι ηθικά αποκρουστική. Σαν να λέμε ότι ο πόνος χρειάζεται τίτλους ιδιοκτησίας για να είναι έγκυρος. Σαν να πρέπει ο άνθρωπος να αποδείξει πρώτα με έγγραφα ότι δικαιούται να καταρρεύσει.
Αυτή είναι η πραγματική παθογένεια:
ένα σύστημα που δεν βλέπει ανθρώπους,
μια δημόσια σφαίρα που δεν ακούει κραυγές,
μια εξουσία που κρύβεται πίσω από διαδικασίες για να μην αναλάβει ευθύνη.
Και μετά, η σιωπή.
Η άβολη σιωπή.
Η σιωπή που μοιάζει με συνενοχή.
Γιατί είναι εύκολο να μιλάς για «κανόνες».
Είναι εύκολο να προστατεύεις τον εαυτό σου πίσω από ρόλους.
Είναι εύκολο να κρατάς την καρέκλα σου καθαρή, ακόμα κι αν γύρω της καταρρέουν άνθρωποι.
Αυτό που δεν είναι εύκολο — αλλά είναι απαραίτητο — είναι να πεις την αλήθεια:
ότι κάπου εδώ αποτύχαμε ως κοινωνία.
Ότι χάσαμε την ικανότητα να ξεχωρίζουμε τον άνθρωπο από τον φάκελο.
Ότι συνηθίσαμε τόσο την απανθρωπιά, ώστε μας φαίνεται «κανονική».
Κανένα άρθρο δεν μπορεί να επανορθώσει την απώλεια.
Κανένα σχόλιο δεν μπορεί να απαλύνει τον πόνο της οικογένειας.
Το ελάχιστο όμως που οφείλουμε είναι σεβασμός.
Και ο σεβασμός ξεκινά από ένα πράγμα:
να σταματήσουμε να μετράμε ζώα
και να αρχίσουμε να μετράμε ευθύνες.
Γιατί όταν μια κοινωνία συνηθίσει να χάνει ανθρώπους και να συνεχίζει σαν να μη συνέβη τίποτα,
τότε το πρόβλημα δεν είναι πια η τραγωδία.
Είναι η απανθρωπιά που έγινε κανονικότητα.

