Η πρωτόδικη καταδίκη του πρώην προέδρου της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδος και σημερινού χωρικού αντιπεριφερειάρχη Δωδεκανήσου για απάτη κατ’ εξακολούθηση δεν είναι μια «άβολη προσωπική υπόθεση». Είναι πολιτικό, θεσμικό και ηθικό ζήτημα πρώτης γραμμής.
Δεν είναι “λεπτομέρεια” — είναι εικόνα σήψης
Όταν ένας άνθρωπος που πέρασε από κορυφαίες συνδικαλιστικές και δημόσιες θέσεις κρίνεται ένοχος πρωτοδίκως, χωρίς κανένα ελαφρυντικό, για εξακολουθητική απάτη, το θέμα δεν είναι μόνο ποινικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Διότι δεν μιλάμε για έναν τυχαίο υπάλληλο ή έναν άγνωστο παράγοντα της περιφέρειας. Μιλάμε για ένα πρόσωπο που εκπροσώπησε εκπαιδευτικούς, διαχειρίστηκε δημόσιο αποτύπωμα και κινήθηκε επί χρόνια μέσα σε ένα πλέγμα εξουσίας, τίτλων, επιρροής και πολλαπλών ιδιοτήτων.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η πραγματική σήψη: όταν η πολυθεσία, η πολιτική προστασία και η συνδικαλιστική βιτρίνα μετατρέπονται σε ασπίδα ασυδοσίας. Όταν ορισμένοι μαθαίνουν να εμφανίζονται παντού ως “θεσμικοί”, αλλά λογοδοτούν πουθενά.
Ο συνδικαλισμός δεν είναι πλυντήριο προσωπικών διαδρομών
Η κοινωνία έχει κουραστεί να βλέπει τον συνδικαλισμό να ευτελίζεται από πρόσωπα που τον χρησιμοποιούν όχι ως πεδίο διεκδίκησης, αλλά ως μηχανισμό ανέλιξης. Από “εκπρόσωποι εργαζομένων” μετατρέπονται σε επαγγελματίες παραγοντίσκους, που χτίζουν καριέρες πάνω στη δημόσια εικόνα, στις γνωριμίες και στις διασυνδέσεις. Και όταν έρχεται η ώρα του ελέγχου, ανακαλύπτουν ξαφνικά πολιτικές διώξεις, παρεξηγήσεις, εσωτερικούς εχθρούς και θεωρίες συνωμοσίας.
Όχι. Σε μια ευνομούμενη πολιτεία, όποιος διεκδικεί ρόλο δημόσιας εμπιστοσύνης, κρίνεται αυστηρότερα από τον απλό πολίτη, όχι επιεικέστερα. Όποιος επικαλείται τον δάσκαλο, τον συνδικαλιστή, τον αιρετό και τον θεσμικό, οφείλει να είναι δύο φορές καθαρός. Διότι αλλιώς δεν εκθέτει μόνο τον εαυτό του. Λερώνει έναν ολόκληρο χώρο.
Το πρόβλημα δεν είναι ένας — είναι όσοι τον ανέχτηκαν
Η υπόθεση αυτή δεν γεννά μόνο ερωτήματα για τον ίδιο. Γεννά ερωτήματα και για όλους όσοι τον στήριξαν, τον τοποθέτησαν, τον κάλυψαν ή έκαναν πως δεν έβλεπαν. Γιατί στην Ελλάδα σχεδόν ποτέ δεν πέφτει κανείς από τον ουρανό. Πάντα υπάρχει ένα δίκτυο ανοχής, μια πολιτική πλάτη, ένα περιβάλλον που ψιθυρίζει “άστο τώρα”, “μην ανοίγουμε θέματα”, “να μην εκτεθούμε”.
Αυτό ακριβώς είναι το δηλητήριο του δημόσιου βίου: όχι μόνο οι πράξεις των λίγων, αλλά η σιωπή των πολλών. Η συνήθεια να αντιμετωπίζεται η παραβατικότητα ως διαχειρίσιμο κόστος. Η νοοτροπία ότι όλα ξεπλένονται με μια ανακοίνωση, μια κομματική ομπρέλα ή μια μετατόπιση ευθυνών.
Η χώρα δεν έχει ανάγκη από τέτοιους “συνδικαλιστές”, ούτε από τέτοιους επαγγελματίες της δημόσιας εικόνας. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που δεν θα μετατρέπουν τον θεσμό σε ιδιοκτησία και το δημόσιο χρήμα σε βολικό λογιστικό πεδίο. Και όσο το πολιτικό και συνδικαλιστικό σύστημα δεν αποβάλλει μόνο του αυτού του τύπου τα φαινόμενα, τόσο η κοινωνία θα τους πετάει έξω — όπως πετάς την τρίχα από το ζυμάρι: ακαριαία, καθαρά και χωρίς δεύτερη σκέψη.

