Όταν η ανάγκη για εντυπώσεις ξεπερνά τα όρια της σοβαρότητας
Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική δήλωση παύει να είναι απλώς υπερβολή. Γίνεται ένδειξη βαθιάς επιπολαιότητας. Και όταν ένας υπουργός της ελληνικής κυβέρνησης εμφανίζεται να καλεί τους Έλληνες να «διδαχθούν» από έναν λαό που βρίσκεται σε πόλεμο επειδή, κατά την άποψή του, είναι «ευτυχισμένος», τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο η φράση. Είναι η αντίληψη που κρύβεται πίσω από αυτήν.
Ο πόλεμος δεν είναι πεδίο δημοσίων σχέσεων. Δεν είναι σκηνικό για να αποδείξει κανείς τη φιλοϊσραηλινή του προσήλωση. Δεν είναι ευκαιρία για φθηνές συγκρίσεις, ούτε για τηλεοπτικές ατάκες που προσβάλλουν την ιστορική μνήμη λαών που έχουν πληρώσει με αίμα την ελευθερία τους.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μαθήματα αξιοπρέπειας από κανέναν. Η ελληνική ιστορία, από την αρχαιότητα μέχρι το Βυζάντιο, από την Τουρκοκρατία μέχρι τους εθνικούς αγώνες και τη σύγχρονη εποχή, δεν είναι υποσημείωση στην πολιτική ρητορεία κανενός υπουργού. Διδάσκεται, μελετάται και αναγνωρίζεται διεθνώς. Η ελληνική γλώσσα, η φιλοσοφία, η πολιτική σκέψη, η ιστορία και ο πολιτισμός της χώρας αποτελούν αντικείμενο πανεπιστημιακής έρευνας σε όλο τον κόσμο.
Άλλο ο σεβασμός προς έναν λαό. Άλλο η άκριτη εξιδανίκευση. Και άλλο η υποβάθμιση της δικής σου ιστορικής ταυτότητας για να εμφανιστείς αρεστός σε τρίτους.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης έχει βεβαρημένο πολιτικό παρελθόν στο συγκεκριμένο πεδίο. Το 2017 είχε ζητήσει συγγνώμη για την υποστήριξη και προώθηση του αντισημιτικού βιβλίου του Κώστα Πλεύρη, γεγονός που είχε καταγραφεί δημόσια εκείνη την περίοδο. Από τότε μέχρι σήμερα, όμως, μοιάζει να κινείται από το ένα άκρο στο άλλο: από την παλαιά ανοχή σε ακραία ρητορική, στην άκριτη πολιτική υπερβολή υπέρ του σημερινού Ισραήλ.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία: κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν ταυτίζει έναν λαό με τις επιλογές μιας κυβέρνησης. Ούτε οι Εβραίοι ταυτίζονται συλλογικά με κάθε πράξη της ισραηλινής κυβέρνησης, ούτε η κριτική στο κράτος του Ισραήλ μπορεί να βαφτίζεται αυτομάτως εχθρότητα προς έναν λαό. Αυτός ο διαχωρισμός είναι απαραίτητος. Γιατί χωρίς αυτόν, η πολιτική συζήτηση γίνεται προπαγάνδα.
Το Ολοκαύτωμα είναι μοναδικό ιστορικό έγκλημα και δεν προσφέρεται για εργαλειοποίηση. Ακριβώς γι’ αυτό, η μνήμη του δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ούτε ως ασπίδα για κάθε σημερινή πολιτική επιλογή ούτε ως πρόσχημα για να αποσιωπάται ο πόνος άλλων λαών. Η ανθρωπιστική τραγωδία στη Γάζα, οι άμαχοι, τα παιδιά, οι οικογένειες που χάνονται, δεν μπορούν να εξαφανίζονται πίσω από επικοινωνιακές ατάκες περί «ευτυχίας» μέσα στον πόλεμο.
Και κάτι ακόμη: όταν η Ελλάδα βρέθηκε σε πόλεμο, ο λαός της δεν ήταν «ευτυχισμένος». Ήταν αποφασισμένος. Ήταν πεινασμένος, πληγωμένος, ξεριζωμένος, αλλά όρθιος. Πολέμησε, αντιστάθηκε, θυσιάστηκε. Ευτυχισμένοι μέσα στην Κατοχή δεν ήταν οι αγωνιστές, οι μανάδες, οι στρατιώτες, οι εκτελεσμένοι, οι εξόριστοι. Ευτυχισμένοι ήταν μόνο όσοι βολεύτηκαν με τον κατακτητή, όσοι κέρδισαν από τη δυστυχία των άλλων, όσοι νόμισαν ότι η Ιστορία δεν θα τους καταγράψει.
Γι’ αυτό, λίγη σοβαρότητα δεν βλάπτει. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται πολιτικούς που μετατρέπουν τον πόλεμο σε επικοινωνιακό σύνθημα. Χρειάζεται ανθρώπους που καταλαβαίνουν το βάρος των λέξεων.
Γιατί όταν μιλάς για πολέμους, λαούς, μνήμη και ιστορία, δεν παίζεις με ατάκες.
Σέβεσαι. Σκέφτεσαι. Και κυρίως, σωπαίνεις όταν δεν έχεις κάτι σοβαρό να πεις.

