Ο ανασχηματισμός πλησιάζει ως πολιτικό «φάρμακο» για την εσωκομματική οργή – Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί να πάει σε εκλογές με τον πιο αντιπαθή τεχνοκράτη της παράταξης στην πρώτη γραμμή
Το αφήγημα της απόλυτης στήριξης του Μαξίμου στον Άκη Σκέρτσο αρχίζει να ραγίζει. Και όταν στο Μαξίμου ραγίζει ένα αφήγημα, συνήθως δεν σώζεται το πρόσωπο· σώζεται το σύστημα.
Ο υπουργός Επικρατείας, για χρόνια σύμβολο του λεγόμενου «επιτελικού κράτους», εμφανίζεται πλέον πολιτικά απομονωμένος. Η δημόσια υπεράσπισή του μπορεί να συνεχίζεται για λόγους τακτικής, όμως στο παρασκήνιο το κλίμα έχει αλλάξει. Ο Σκέρτσος δεν θεωρείται πια απλώς ένας στενός συνεργάτης του Πρωθυπουργού. Θεωρείται, από όλο και περισσότερους μέσα στη Νέα Δημοκρατία, το πρόσωπο που συμπυκνώνει την αλαζονεία, την απόσταση από την κοινωνία και την περιφρόνηση της κομματικής βάσης.
Και αυτό είναι πολιτικά θανατηφόρο.
Η εσωκομματική εξέγερση δεν σβήνει με δηλώσεις στήριξης
Η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας βράζει. Βουλευτές που σηκώνουν το βάρος της φθοράς στις περιφέρειές τους βλέπουν εξωκοινοβουλευτικούς τεχνοκράτες να εμφανίζονται ως κριτές, βαθμολογητές και ερμηνευτές της πολιτικής ταυτότητας της παράταξης.
Το πρόβλημα με τον Άκη Σκέρτσο δεν είναι μόνο προσωπικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Στα μάτια πολλών «γαλάζιων» στελεχών, έχει μετατραπεί στο σύμβολο μιας εξουσίας που αποφασίζει χωρίς να λογοδοτεί, σχεδιάζει χωρίς να ακούει και μιλά για την κοινωνία χωρίς να τη γνωρίζει.
Γι’ αυτό και η δημόσια στήριξη που του παρέχεται δεν πείθει. Αντίθετα, σε αρκετούς θυμίζει την παλιά πολιτική μέθοδο: πρώτα σε στηρίζουν δημοσίως, μετά σε αδειάζουν οργανωμένα και στο τέλος σε απομακρύνουν με τον πιο «θεσμικό» τρόπο.
Ανασχηματισμός ή αποπομπή;
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν ο Άκης Σκέρτσος μπορεί να συνεχίσει πολιτικά αλώβητος. Το ερώτημα είναι πότε και πώς θα γίνει η έξοδος.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης γνωρίζει καλά ότι κανένας συνεργάτης, όσο στενός κι αν είναι, δεν αξίζει περισσότερο από την εκλογική επιβίωση της κυβέρνησης. Αν η παρουσία Σκέρτσου λειτουργεί ως μόνιμη εστία έντασης με την Κοινοβουλευτική Ομάδα και τη βάση της Νέας Δημοκρατίας, τότε η απομάκρυνσή του γίνεται εργαλείο εκτόνωσης.
Ένας ανασχηματισμός μπορεί να παρουσιαστεί ως «νέα αρχή». Μια στοχευμένη μετακίνηση μπορεί να εμφανιστεί ως «αναβάθμιση». Μια αποπομπή μπορεί να βαφτιστεί «αλλαγή προτεραιοτήτων». Στην πολιτική, οι λέξεις αλλάζουν· το μήνυμα όμως μένει ίδιο.
Και το μήνυμα είναι καθαρό: ο Πρωθυπουργός δεν θα ρισκάρει να πάει σε μια δύσκολη εκλογική μάχη έχοντας δίπλα του το πρόσωπο που προκαλεί τόσο έντονη δυσφορία στο εσωτερικό της ίδιας του της παράταξης.
Ο τεχνοκράτης χωρίς λαϊκό έρεισμα
Ο Άκης Σκέρτσος δεν υπήρξε ποτέ πολιτικός με κοινωνική γείωση. Δεν μετρήθηκε σε κάλπη, δεν λογοδότησε σε εκλογική περιφέρεια, δεν χρειάστηκε να εξηγήσει πρόσωπο με πρόσωπο τις αποφάσεις του σε πολίτες που πιέζονται από την ακρίβεια, την ανασφάλεια και την καθημερινή φθορά.
Αυτό ακριβώς είναι και το όριο του μοντέλου που εκπροσωπεί. Ο τεχνοκρατισμός μπορεί να λειτουργεί όσο υπάρχει πολιτική άνεση. Όταν όμως αρχίζει η φθορά, όταν οι βουλευτές πιέζονται, όταν η κοινωνία απομακρύνεται, τότε οι εξωκοινοβουλευτικοί «συντονιστές» μετατρέπονται εύκολα σε αποδιοπομπαίους τράγους.
Ο Σκέρτσος βρέθηκε στο κέντρο ενός συστήματος που πίστεψε ότι μπορεί να κυβερνά με πίνακες, δείκτες, παρουσιάσεις και κλειστά δωμάτια. Όμως η πολιτική δεν είναι excel. Και η κοινωνία δεν είναι project management.
Το τέλος της ασυλίας
Η υπόθεση Σκέρτσου δείχνει κάτι ευρύτερο: το τέλος της ασυλίας των εξωκοινοβουλευτικών του Μαξίμου.
Για χρόνια, γύρω από τον Πρωθυπουργό οικοδομήθηκε ένας μηχανισμός στενών συνεργατών, συμβούλων και τεχνοκρατών που εμφανίζονταν ως υπεράνω κομματικών ισορροπιών. Μόνο που η πολιτική έχει έναν σκληρό κανόνα: όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, εκείνοι που δεν έχουν λαϊκή νομιμοποίηση γίνονται οι πρώτοι που περισσεύουν.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να επιλέξει το τάιμινγκ. Μπορεί να επιλέξει τη διατύπωση. Μπορεί να παρουσιάσει την απομάκρυνση ως μέρος ενός ευρύτερου ανασχηματισμού. Δεν μπορεί όμως να αγνοήσει επ’ αόριστον το πολιτικό κόστος.
Και ο Άκης Σκέρτσος έχει πλέον κόστος.
Ο Σκέρτσος δεν απειλείται επειδή απέτυχε επικοινωνιακά. Απειλείται επειδή έγινε το πρόσωπο μιας εξουσίας που ξέχασε ότι η πολιτική δεν ανήκει στους τεχνοκράτες, αλλά στους πολίτες.
Και όταν ένας Πρωθυπουργός πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σε έναν αντιπαθή συνεργάτη και στην εκλογική του επιβίωση, η επιλογή είναι πάντα η ίδια.
Ο συνεργάτης φεύγει.
Η καρέκλα σώζεται.

