Η δημοτική αρχή Βάκα, ανήμπορη να απαντήσει για την κατάρρευση του παραλιακού μετώπου και το βάλτωμα του σχεδίου πόλης, επιστρατεύει υπαινιγμούς, ψεύδη και πολιτικούς αντιπροσώπους
Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική αντιπαράθεση παύει να είναι σύγκρουση θέσεων και μετατρέπεται σε αποκάλυψη ήθους. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στην Αυλίδα.
Όταν μια δημοτική αρχή αδυνατεί να δώσει πειστικές απαντήσεις για ένα παράκτιο μέτωπο που καταρρέει μπροστά στα μάτια των πολιτών, όταν αδυνατεί να εξηγήσει γιατί κρίσιμα ζητήματα σέρνονται επί χρόνια χωρίς λύση, τότε επιλέγει τον μόνο δρόμο που της απομένει: τη λάσπη, τη διαστρέβλωση και τον πόλεμο δι’ αντιπροσώπων.
Αυτό κάνει πλέον συστηματικά η δημοτική αρχή Βάκα.
Δεν απαντά πολιτικά. Δεν λογοδοτεί θεσμικά. Δεν εξηγεί διοικητικά.
Αντιθέτως, εξαπολύει πρόθυμες φωνές, καλλιεργεί θόρυβο, μετατρέπει τη δημόσια συζήτηση σε βούρκο και επιχειρεί να καλύψει την ανεπάρκειά της πίσω από κατασκευασμένους ενόχους.
Το παράκτιο μέτωπο δεν κατέρρευσε από την κριτική — κατέρρευσε από την εγκατάλειψη
Το πρώτο και βασικό ερώτημα είναι απλό:
Είναι ή δεν είναι πραγματική η κατάρρευση του παράκτιου μετώπου της Παραλίας Αυλίδας;
Η απάντηση είναι προφανής. Είναι μια πραγματικότητα ορατή διά γυμνού οφθαλμού. Δεν χρειάζεται ούτε πολιτική ερμηνεία ούτε επικοινωνιακό φτιασίδωμα. Το βλέπουν οι κάτοικοι, το βλέπουν οι διερχόμενοι, το ζουν όσοι αντιλαμβάνονται ότι εκεί υπάρχει πλέον και ζήτημα οδικής ασφάλειας.
Απέναντι σε αυτή την εικόνα, η δημοτική αρχή δεν έδωσε λύση. Δεν έδωσε καν σοβαρή απάντηση.
Και επειδή δεν είχε απάντηση, προτίμησε να αμφισβητήσει εκείνον που ανέδειξε το πρόβλημα. Αυτή είναι η κλασική μέθοδος κάθε εξουσίας που έχει αποτύχει: δεν θεραπεύει την πληγή, επιτίθεται σε όποιον τη δείχνει.

Τα 4,5 εκατομμύρια δεν τα έφερε η Βάκα — απλώς τα άφησε να λιμνάζουν
Το δεύτερο ζήτημα είναι ακόμα πιο αποκαλυπτικό.
Υπήρχε ή όχι δεσμευμένη πίστωση 4,5 εκατομμυρίων ευρώ για την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου ήδη από την εποχή του Χρήστου Παγώνη;
Υπήρχε. Και αυτό δεν είναι άποψη. Είναι δημόσια καταγεγραμμένο στοιχείο.
Εδώ ακριβώς αρχίζει η πολιτική αλχημεία της σημερινής δημοτικής αρχής. Με θολές διατυπώσεις, με σκόπιμες αποσιωπήσεις και με προσεκτικά κατασκευασμένη ασάφεια, επιχειρεί να θολώσει το πότε και από ποιον είχε εξασφαλιστεί η σχετική δέσμευση, ώστε να αφήνεται υπαινικτικά να αιωρείται ότι πρόκειται περίπου για προϊόν της δικής της διοίκησης.
Όμως η αλήθεια είναι πεισματάρα:
η δημοτική αρχή Βάκα δεν γέννησε αυτό το έργο.
Απλώς το παρέλαβε και το άφησε να βαλτώσει.
Και αυτό είναι πολύ βαρύτερο πολιτικά από μια απλή καθυστέρηση. Είναι ομολογία διαχειριστικής ανεπάρκειας.
Έξιμισι χρόνια διοίκησης, μηδέν δικαίωμα για μετάθεση ευθυνών
Υπάρχει ένα όριο πέρα από το οποίο η επίκληση του παρελθόντος παύει να είναι δικαιολογία και γίνεται ομολογία αποτυχίας.
Η δημοτική αρχή Βάκα μετρά ήδη έξιμισι χρόνια εξουσίας. Έξιμισι χρόνια δεν είναι “περίοδος προσαρμογής”. Είναι πλήρης πολιτικός χρόνος. Είναι κανονική διοίκηση. Είναι ο χρόνος μέσα στον οποίο κρίνεται αν κάποιος μπορεί να παρακολουθεί, να πιέζει, να διεκδικεί και να λύνει.
Όταν λοιπόν ένα θέμα σαν το παράκτιο μέτωπο της Αυλίδας παραμένει στάσιμο επί μιάμιση θητεία, τότε η ευθύνη δεν μπορεί να διαχέεται στην ατμόσφαιρα. Έχει ονοματεπώνυμο. Και φέρει τη σφραγίδα της σημερινής δημοτικής αρχής.
Η αλήθεια είναι απλή:
λείπει η στενή παρακολούθηση, λείπει η διοικητική επιμονή, λείπει η αποτελεσματική πίεση προς τα αρμόδια κέντρα αποφάσεων.
Με άλλα λόγια, λείπει αυτό που λέγεται ικανότητα διοίκησης.
Ο μηχανισμός της λάσπης ενεργοποιείται όταν τελειώνουν τα επιχειρήματα
Μέσα σε αυτό το αδιέξοδο, ενεργοποιήθηκαν ξανά οι γνώριμοι πολιτικοί πρόθυμοι.
Ο Λευτέρης Λειβαδίτης και η Μαρία Βάθη ανέλαβαν τον ρόλο που τους αναλογεί: όχι να δώσουν απαντήσεις, αλλά να διαχύσουν τοξικότητα. Όχι να φωτίσουν την ουσία, αλλά να συσκοτίσουν τη συζήτηση. Όχι να υπερασπιστούν έργο, αλλά να υποκαταστήσουν την ανυπαρξία έργου με προσωπικές επιθέσεις και υπαινιγμούς.
Δεν πρόκειται για αυθόρμητες αντιδράσεις. Πρόκειται για πολιτική μέθοδο.
Για τον γνωστό πόλεμο δι’ αντιπροσώπων, όπου η κορυφή της διοίκησης μένει στο απυρόβλητο και οι πρόθυμοι λασπολόγοι αναλαμβάνουν να μεταφέρουν τη σύγκρουση στο πεδίο της συκοφαντίας.
Αυτό, όμως, δεν είναι δύναμη.
Είναι σύμπτωμα αδυναμίας.
Όποιος έχει επιχειρήματα, τα εκθέτει.
Όποιος έχει έργο, το παρουσιάζει.
Όποιος έχει μόνο αδιέξοδο, πετά λάσπη.
Η αλήθεια για την προσφυγή του 2003 γκρεμίζει ένα ολόκληρο αφήγημα
Η πιο χυδαία εκδοχή αυτής της μεθόδου είναι η απόπειρα να φορτωθεί προσωπικά σε πολιτικό αντίπαλο η ευθύνη για το βάλτωμα του σχεδίου παραθεριστικής κατοικίας στο παράκτιο μέτωπο της Αυλίδας.
Εδώ πλέον δεν μιλάμε για διαφορετική ανάγνωση γεγονότων. Μιλάμε για συνειδητή παραποίηση της πραγματικότητας.
Τα πραγματικά δεδομένα είναι σαφή:
Η προσφυγή του 2003 δεν ασκήθηκε προσωπικά από εκείνον που σήμερα στοχοποιείται. Ασκήθηκε από τον αείμνηστο πατέρα του και τη θεία του, ως νόμιμους συνιδιοκτήτες παραθαλάσσιας ιδιοκτησίας που ρυμοτομούνταν υπέρμετρα.
Η προσφυγή δεν ζητούσε ακύρωση του σχεδίου πόλης, αλλά τροποποίηση της χωροθέτησης των κοινόχρηστων χώρων, ώστε να επιτυγχάνεται το ίδιο δημόσιο όφελος με μικρότερη βλάβη για την ιδιοκτησία.
Η πρόταση αυτή είχε ήδη γίνει ομόφωνα δεκτή από το τότε Κοινοτικό Συμβούλιο Φάρου Αυλίδος.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έκρινε την ουσία του αιτήματος. Έκρινε αυτεπαγγέλτως ότι το σχέδιο ήταν νομικά πλημμελές, επειδή έπρεπε να είχε εγκριθεί με Προεδρικό Διάταγμα και όχι με Υπουργική Απόφαση.
Άρα τι συνέβη στην πραγματικότητα;
Το σχέδιο έπρεπε να επανυποβληθεί από το αρμόδιο Υπουργείο προς την Προεδρία της Δημοκρατίας για έκδοση Προεδρικού Διατάγματος. Και αυτό δεν έγινε ποτέ.
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό σκάνδαλο αδράνειας.
Όχι σε κάποιον βολικό μύθο που κατασκεύασαν εκ των υστέρων όσοι θέλουν να ξεπλύνουν τις δικές τους ευθύνες.
Όσοι είχαν εξουσία, τώρα ψάχνουν αποδιοπομπαίους τράγους
Το πιο εξοργιστικό στοιχείο αυτής της υπόθεσης είναι η αντιστροφή ρόλων.
Εκείνοι που είχαν θεσμικές θέσεις, αρμοδιότητες, πρόσβαση και υποχρέωση παρέμβασης, εμφανίζονται τώρα ως τιμητές. Εκείνοι που υπηρέτησαν για χρόνια μέσα στον μηχανισμό τοπικής διοίκησης, αντί να δώσουν λογαριασμό για όσα δεν έκαναν, αναζητούν αποδιοπομπαίους τράγους σε ανθρώπους που δεν είχαν καμία θεσμική ιδιότητα επί δύο δεκαετίες.
Αυτό δεν είναι απλώς πολιτικό θράσος.
Είναι πολιτική εξαχρείωση.
Διότι αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ανεπάρκεια.
Είναι και η ηθική γύμνια μιας διοίκησης που, μπροστά στο αδιέξοδό της, θεωρεί ότι μπορεί να επιβιώσει κατασκευάζοντας ψεύτικους ενόχους.
Η Αυλίδα δεν χρειάζεται άλλους ψιθύρους — χρειάζεται διοίκηση
Οι κάτοικοι της Αυλίδας δεν ενδιαφέρονται για τις διαδικτυακές αψιμαχίες των τοπικών παραγόντων.
Δεν ενδιαφέρονται για τους ψιθύρους, τις διαρροές και τις αναρτήσεις πολιτικής καφενειακής μικρότητας.
Ενδιαφέρονται για το αν θα αποκατασταθεί το παράκτιο μέτωπο.
Ενδιαφέρονται για το αν θα προχωρήσει επιτέλους το σχέδιο πόλης.
Ενδιαφέρονται για το αν υπάρχει διοίκηση που να ξέρει να παρακολουθεί, να διεκδικεί, να συγκρούεται όπου χρειάζεται και να παράγει αποτέλεσμα.
Και εκεί ακριβώς η δημοτική αρχή Βάκα αποτυγχάνει.
Όχι μία φορά.
Συστηματικά.
Γιατί, τελικά, το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτής της διοίκησης δεν είναι ότι λέει ψέματα.
Είναι ότι έχει μετατρέψει το ψέμα σε εργαλείο επιβίωσης.
Η κατάρρευση στην Αυλίδα δεν είναι μόνο γεωτεχνική. Είναι βαθιά πολιτική.
Καταρρέει το παραλιακό μέτωπο, αλλά καταρρέει μαζί του και το αφήγημα μιας δημοτικής αρχής που νόμισε ότι με επικοινωνιακά τρικ, υπαινιγμούς και λασπολόγους θα έκρυβε την αδράνειά της.
Δεν θα το κρύψει.
Γιατί ναι — το ψέμα έχει κοντά ποδάρια.
Και κυρίως γιατί στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί.

