Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική δεν κρίνεται από τις δηλώσεις της.
Κρίνεται από τις παρουσίες της.
Και, κυρίως, από τις απουσίες της.
Στην κηδεία του Βασίλη Λεβέντη, του ανθρώπου που λοιδορήθηκε, υποτιμήθηκε, χλευάστηκε, αλλά έμεινε όρθιος για δεκαετίες με την ίδια εμμονική πίστη στις ιδέες του, η επίσημη πολιτική σκηνή έδειξε ξανά το πραγματικό της πρόσωπο.
Όχι με φωνές.
Με σιωπή.
Όχι με επίθεση.
Με απουσία.
Ο Βασίλης Λεβέντης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 75 ετών, όπως έγινε γνωστό την 1η Ιουλίου 2026 από τον γιο του, Μάριο Γεωργιάδη. Υπήρξε πρόεδρος της Ένωσης Κεντρώων, πρώην βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου, ένας πολιτικός που από τη δεκαετία του ’70 μέχρι το τέλος δεν άλλαξε περπατησιά για να χωρέσει στα σαλόνια της εξουσίας.
Και όμως.
Στο τελευταίο αντίο, εκεί όπου δεν χρειάζονται χειροκροτήματα, κάμερες, πάνελ και τηλεοπτικά παράθυρα, η παρουσία της πολιτικής ηγεσίας ήταν εκκωφαντικά απούσα.
Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, στην κηδεία βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, η πρώην πρόεδρος της Βουλής Βασιλική Θάνου, ο βουλευτής της Πλεύσης Ελευθερίας Σπύρος Μπιμπίλας, ο δημοσιογράφος Γιάννης Δημαράς και συγγενείς του εκλιπόντος. Ο Σπύρος Μπιμπίλας μάλιστα το είπε όπως έπρεπε να ειπωθεί: και άλλοι βουλευτές έπρεπε να είναι εκεί, γιατί ο Βασίλης Λεβέντης υπήρξε εκπρόσωπος του ελληνικού κοινοβουλίου.
Αλλά φαίνεται πως κάποιοι θυμούνται τη θεσμικότητα μόνο όταν τους βολεύει.
Όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος που πέρασε από τη Βουλή, που εκπροσώπησε πολίτες, που σήκωσε μόνος του για χρόνια ένα κόμμα, που πάλεψε με πείσμα, που πολλές φορές αποδείχθηκε πιο καθαρός από όσους τον κορόιδευαν, τότε η ελάχιστη τιμή δεν είναι πολιτική συμφωνία.
Είναι ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Δεν χρειαζόταν να τον έχουν ψηφίσει.
Δεν χρειαζόταν να συμφωνούν μαζί του.
Δεν χρειαζόταν να τον αγαπούν.
Χρειαζόταν απλώς να σεβαστούν ότι ένας άνθρωπος της πολιτικής ζωής έκλεισε τον κύκλο του.
Αλλά ίσως αυτό είναι και το μεγαλύτερο παράσημο για τον μακαρίτη.
Ότι στο τέλος δεν τον τίμησε το πολιτικό σύστημα που τόσα χρόνια τον αντιμετώπιζε σαν γραφικό, σαν ενοχλητικό, σαν παράταιρο.
Γιατί ο Λεβέντης δεν ήταν προϊόν επικοινωνιακού σωλήνα.
Δεν ήταν κατασκεύασμα επιτελείων.
Δεν ήταν άνθρωπος των μηχανισμών.
Ήταν ένας μοναχικός καβαλάρης της πολιτικής. Με τις εμμονές του, με τα λάθη του, με τις υπερβολές του, αλλά και με μια σπάνια ιδιότητα: δεν μύριζε συναλλαγή.
Και αυτό, στην Ελλάδα της πολιτικής υποκρισίας, είναι σχεδόν επαναστατικό.
Γι’ αυτό και η απουσία τους λέει περισσότερα από κάθε επικήδειο.
Λέει ότι το σύστημα τιμά συχνά όσους υπηρέτησαν τα συμφέροντά του, όχι όσους το ενόχλησαν.
Λέει ότι οι κάμερες μετράνε περισσότερο από τη μνήμη.
Λέει ότι η αξιοπρέπεια δεν βρίσκεται πάντα στις πρώτες σειρές.
Μπορεί να βρίσκεται πίσω, σιωπηλή, ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους που πήγαν να πουν ένα «Θεός σχωρέστον».
Ο Βασίλης Λεβέντης έφυγε όπως έζησε πολιτικά: χωρίς αυλές, χωρίς μηχανισμούς, χωρίς τους ισχυρούς να στριμώχνονται δίπλα στο φέρετρο για μια φωτογραφία.
Και τελικά, ίσως αυτό να είναι το πιο καθαρό του αντίο.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι, ακόμη και στην κηδεία τους, αποκαλύπτουν τους άλλους.
Καλό ταξίδι, Βασίλη Λεβέντη.
Τίμιος ήσουν.
Και αυτό, στην πολιτική, δεν συγχωρείται εύκολα.

