Η διάκριση για την παρέμβαση Μητσοτάκη στον ΟΗΕ, τα όρια των συμμαχιών και η ανάγκη ελληνικών πρωτοβουλιών για τις θαλάσσιες ζώνες.
Τον κίνδυνο να περιοριστεί η συζήτηση για την εθνική στρατηγική μέσα στις ανάγκες της προεκλογικής αντιπαράθεσης αναδεικνύει ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Με παρέμβασή του στο «Βήμα της Κυριακής», εκτιμά ότι η παρατεταμένη εκλογική ένταση δυσκολεύει τον ουσιαστικό διάλογο και αφήνει περιορισμένα περιθώρια αισιοδοξίας για ευρείες πολιτικές συναινέσεις στα εθνικά θέματα.
Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκεται η ευθύνη της ίδιας της Ελλάδας να σχεδιάζει και να αναλαμβάνει τις αναγκαίες πρωτοβουλίες. Οι διεθνείς συνεργασίες έχουν αξία, υπογραμμίζει, αλλά καμία συμμαχική χώρα δεν μπορεί να αποφασίσει για λογαριασμό της Αθήνας πώς θα αντιμετωπιστούν οι εκκρεμότητες με την Τουρκία.
Αυτή τη διάκριση εφαρμόζει τόσο στην αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ όσο και στη γαλλική συμμετοχή στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Η προμήθεια της «Ασπίδας του Αχιλλέα», κατά τον ίδιο, υπηρετεί την εθνική ασφάλεια, χωρίς να μεταφέρει στο Ισραήλ την ευθύνη διαχείρισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Αντίστοιχα, η εμπλοκή γαλλικών επιχειρήσεων στο έργο GSI δεν σημαίνει ότι η Γαλλία αναλαμβάνει να χειριστεί τις ελληνικές υποθέσεις που αφορούν τις θαλάσσιες ζώνες. Το μήνυμά του είναι ότι η αξιοποίηση των συνεργασιών χρειάζεται να συνοδεύεται από ελληνικό πολιτικό σχεδιασμό, χωρίς προσδοκίες ότι οι εταίροι θα λύσουν τις διαφορές αντί της Ελλάδας.
Ιδιαίτερο βάρος δίνει στην παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στις 29 Οκτωβρίου, για το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Αναγνωρίζει ότι ο πρωθυπουργός ανέπτυξε ολοκληρωμένα τις ελληνικές θέσεις και αποτιμά θετικά τη σημασία της ομιλίας του.
Παράλληλα, επισημαίνει τα συγκεκριμένα όρια της διαδικασίας. Όπως εξηγεί, η τοποθέτηση έγινε ως εθνική παρέμβαση σε ανοιχτή συζήτηση υψηλού επιπέδου για τις αναδυόμενες τεχνολογίες και τη θαλάσσια ασφάλεια, την οποία είχε οργανώσει η ελληνική προεδρία του Συμβουλίου. Δεν υποβλήθηκε αίτημα για την έκδοση ψηφίσματος.
Για τον λόγο αυτόν, ο Βενιζέλος διαχωρίζει τη συγκεκριμένη ενέργεια από την ελληνική προσφυγή του 1976. Υπενθυμίζει ότι τότε είχε υιοθετηθεί το ψήφισμα 395, με αναφορά στο Κεφάλαιο VI του Χάρτη του ΟΗΕ και στη συμβολή των δικαστικών διαδικασιών, ιδιαίτερα του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Η διάκριση αφορά, επομένως, το θεσμικό περιεχόμενο και τον επιδιωκόμενο στόχο της κάθε παρέμβασης.
Στο ζήτημα του τουρκολιβυκού μνημονίου, το οποίο χαρακτηρίζει παράνομο, θεωρεί επιθυμητή την επέκταση της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας του 2020. Θέτει ως πλαίσιο τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, συνδέοντας την ελληνική επιχειρηματολογία με τη συνεπή εφαρμογή των κανόνων της.
Στέκεται επίσης στη στάση της Λιβύης. Όπως αναφέρει, οι αντιρρήσεις της για την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία διατυπώθηκαν το 2025, ενώ ήδη από το 2019 η ίδια είχε καλέσει τις χώρες που αμφισβητούσαν νομικά το τουρκολιβυκό μνημόνιο να απευθυνθούν στη Χάγη.
Η ευρύτερη εικόνα που περιγράφει είναι εκείνη μιας χώρας με σταθερές εκκρεμότητες μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον που μεταβάλλεται. Το Κυπριακό και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις παραμένουν, όπως σημειώνει, βασικές προτεραιότητες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής εδώ και 52 χρόνια. Παράλληλα, επισημαίνει την αντίφαση ότι η κύρια απειλή για την ελληνική ασφάλεια προέρχεται από την Τουρκία, χώρα που ανήκει στην ίδια αμυντική συμμαχία, το ΝΑΤΟ.
Για την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας με την Τουρκία, είτε μέσω συμφωνίας είτε μέσω διεθνούς δικαστικής απόφασης, υποστηρίζει ότι απαιτείται πολιτική και διπλωματική προετοιμασία μαζί με την αμυντική ετοιμότητα. Το πολιτικό προσωπικό, προσθέτει, οφείλει να είναι έτοιμο να αναλάβει το κόστος των επιλογών του, αντλώντας διδάγματα και από την οικονομική κρίση.
Η καταληκτική του προειδοποίηση αφορά τον χρόνο που έχει στη διάθεσή της η χώρα: οι διεθνείς εξελίξεις δεν αναστέλλονται μέχρι να ολοκληρωθεί η εσωτερική εκλογική αντιπαράθεση. Γι’ αυτό, ακόμη και όταν η συναίνεση φαίνεται δύσκολη, η γνώση των δεδομένων και η ουσιαστική συζήτηση των εθνικών επιλογών παραμένουν αναγκαίες.

