Ο πολιτικός μηχανικός από τη Λάρισα που σημάδεψε τη μεταπολιτευτική Δεξιά, διεκδίκησε δύο φορές την ηγεσία της ΝΔ, δεν έγινε ποτέ πρόεδρος, αλλά έμεινε ως ένας από τους πιο ισχυρούς και επιδραστικούς υπουργούς της παράταξης.
Έφυγε από τη ζωή ο Γιώργος Σουφλιάς, ένα από τα ιστορικότερα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας και μία από τις πιο χαρακτηριστικές πολιτικές φυσιογνωμίες της Μεταπολίτευσης. Ο άνθρωπος που για δεκαετίες κινήθηκε στο κέντρο της «γαλάζιας» εξουσίας, χωρίς ποτέ να γίνει αρχηγός, άφησε πίσω του μια μακρά πολιτική διαδρομή, γεμάτη υπουργεία, εσωκομματικές μάχες, συγκρούσεις, επιστροφές και βαρύ πολιτικό αποτύπωμα.
Ο Γιώργος Σουφλιάς δεν υπήρξε πολιτικός της εύκολης ατάκας ούτε της τηλεοπτικής υπερέκθεσης. Ήταν περισσότερο άνθρωπος του σχεδίου, της μεθοδικότητας και της διοικητικής δουλειάς. Πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα, ξεκίνησε από τη Λάρισα, εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής το 1974, στις πρώτες εκλογές της Μεταπολίτευσης, και έμεινε για δεκαετίες στην πρώτη γραμμή της κεντροδεξιάς παράταξης.
Υπηρέτησε σε κρίσιμες κυβερνητικές θέσεις επί Κωνσταντίνου Καραμανλή, Γεωργίου Ράλλη, Τζαννή Τζαννετάκη, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και Κώστα Καραμανλή. Από το υπουργείο Οικονομικών και το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας μέχρι το υπουργείο Παιδείας και αργότερα το ΠΕΧΩΔΕ, ο Σουφλιάς υπήρξε από τα πρόσωπα που δεν περνούσαν απαρατήρητα.
Η μεγάλη του εσωκομματική στιγμή ήρθε μετά την ήττα της Νέας Δημοκρατίας το 1996. Τότε επιχείρησε να διεκδικήσει την ηγεσία του κόμματος, πρώτα απέναντι στον Μιλτιάδη Έβερτ και στη συνέχεια, το 1997, απέναντι στον Κώστα Καραμανλή. Δεν εξελέγη. Όμως η πολιτική του ισχύς ήταν τέτοια, ώστε παρέμεινε σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη πτέρυγα της ΝΔ.
Η ρήξη με τον Κώστα Καραμανλή ήρθε το 1998, όταν διαγράφηκε μαζί με άλλα κορυφαία στελέχη, σε μια από τις πιο έντονες εσωκομματικές κρίσεις της Νέας Δημοκρατίας. Για ένα διάστημα έμεινε εκτός κομματικού πλαισίου, χωρίς όμως να εξαφανιστεί από τον πολιτικό χάρτη. Η επιστροφή του το 2001, με τη φράση «Γιώργο, καλώς όρισες σπίτι σου», συμβόλισε όχι μόνο την επανένταξή του στη ΝΔ, αλλά και τη συνειδητοποίηση ότι χωρίς πρόσωπα σαν τον Σουφλιά η παράταξη δεν μπορούσε να πορευθεί ενωμένη προς την εξουσία.
Στην κυβέρνηση Καραμανλή, από το 2004 έως το 2009, ο Γιώργος Σουφλιάς ανέλαβε το υπουργείο ΠΕΧΩΔΕ. Εκεί συνδέθηκε με μεγάλα έργα υποδομής, οδικούς άξονες, παρεμβάσεις σε δημόσια έργα, χωροταξικά ζητήματα και κρίσιμες αποφάσεις για τις υποδομές της χώρας. Για τους υποστηρικτές του ήταν ο υπουργός που ήξερε να κινεί φακέλους, να απαιτεί αποτέλεσμα και να πιέζει τον κρατικό μηχανισμό. Για τους επικριτές του, ήταν ένας πολιτικός αυστηρός, κλειστός και συχνά συγκρουσιακός.
Μετά τη βαριά ήττα της Νέας Δημοκρατίας το 2009, ο Σουφλιάς αποχώρησε από την ενεργό πολιτική, παρότι είχε εκλεγεί βουλευτής Επικρατείας. Από τότε επέλεξε τη σιωπή και την απόσταση από τα φώτα της δημοσιότητας. Δεν επιχείρησε να ξαναγράψει την ιστορία του με παρεμβάσεις, συνεντεύξεις και δημόσιες αντιπαραθέσεις. Έφυγε όπως έζησε τα τελευταία χρόνια: διακριτικά.
Ο Γιώργος Σουφλιάς ανήκε σε μια παλιά πολιτική σχολή. Στη σχολή των ισχυρών κομματικών παραγόντων, των υπουργών με βάρος, των ανθρώπων που μπορούσαν να επηρεάσουν ισορροπίες χωρίς να χρειάζονται καθημερινή προβολή. Ήταν ίσως ο τελευταίος «βαρόνος» της Νέας Δημοκρατίας, μιας εποχής όπου τα κόμματα είχαν εσωτερικές πτέρυγες, προσωπικότητες με αυτόνομη ισχύ και πολιτικούς που δεν κατασκευάζονταν από την επικοινωνία.
Δεν έγινε ποτέ πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας. Όμως υπήρξε ένας από εκείνους που διαμόρφωσαν την πορεία της. Και αυτό, στην πολιτική, πολλές φορές μετρά περισσότερο από τον τίτλο.

