Ο Νίκος Μερτζάνης, μέσα από τη «δημοκρατία», βάζει το δάχτυλο στην πληγή: μια χώρα που έμαθε να μοιράζει επιδόματα αντί για αξιοπρέπεια και να αφήνει ακόμη και τους ανθρώπους στο τέλος της ζωής τους χωρίς ουσιαστική παρηγορητική φροντίδα.
Η Ελλάδα των τελευταίων ετών δεν μετριέται μόνο σε δείκτες, ποσοστά και κυβερνητικές ανακοινώσεις. Μετριέται στις ουρές, στους λογαριασμούς, στα ενοίκια, στα νοσοκομεία, στα σπίτια όπου οικογένειες κάνουν λογαριασμό ακόμη και για τα βασικά.
Μετριέται και πιο σκληρά: στους ανθρώπους που φτάνουν στο τέλος της ζωής τους χωρίς την ανακούφιση, τη φροντίδα και την αξιοπρέπεια που θα έπρεπε να θεωρούνται αυτονόητες σε ένα ευρωπαϊκό κράτος.
Αυτό ακριβώς περιγράφει με σκληρή γλώσσα ο Νίκος Μερτζάνης στη «δημοκρατία», μιλώντας για μια «Ελλάδα της αναξιοπρέπειας για ζωντανούς και ετοιμοθάνατους». Μια φράση που δεν είναι υπερβολή. Είναι κατηγορία.
Όταν η αξιοπρέπεια γίνεται κουπόνι
Η κοινωνική πολιτική στην Ελλάδα μοιάζει όλο και περισσότερο με διαχείριση φτώχειας. Pass για το ένα, επίδομα για το άλλο, προσωρινή ενίσχυση για το επόμενο. Μικρές ανάσες σε μια κοινωνία που πνίγεται.
Όμως η αξιοπρέπεια δεν μπορεί να είναι ψηφιακή κάρτα. Δεν μπορεί να είναι κουπόνι. Δεν μπορεί να είναι ένα έκτακτο βοήθημα που ανακοινώνεται με πανηγυρισμούς, ενώ ο πολίτης ξέρει ότι την επόμενη μέρα θα ξαναβρεθεί μπροστά στον ίδιο τοίχο.
Ο εργαζόμενος δεν ζητά ελεημοσύνη. Θέλει να ζει από τον μισθό του.
Ο συνταξιούχος δεν ζητά φιλοδώρημα. Θέλει να μη φοβάται το φαρμακείο και το σούπερ μάρκετ.
Ο νέος δεν ζητά υποσχέσεις. Θέλει μέλλον, σπίτι, δουλειά, προοπτική.
Αντί γι’ αυτά, η χώρα εκπαιδεύεται στην επιβίωση με δόσεις.
Το κράτος πρόνοιας δεν είναι επικοινωνιακό σλόγκαν
Το πιο βαρύ σημείο της παρέμβασης Μερτζάνη αφορά την παρηγορητική φροντίδα. Εκεί όπου τελειώνουν τα πολιτικά συνθήματα και αρχίζει η ανθρώπινη αλήθεια.
Στην Ελλάδα, οι δομές τύπου hospice παραμένουν ελάχιστες. Αυτό σημαίνει ότι άνθρωποι με βαριά, τελικού σταδίου νοσήματα και οι οικογένειές τους συχνά αφήνονται να παλέψουν μόνοι τους με τον πόνο, την αγωνία, την εξάντληση και τον φόβο.
Και εδώ δεν χωρά καμία ωραιοποίηση.
Μια χώρα που δεν μπορεί να στηρίξει τον ασθενή στο τέλος της ζωής του, δεν έχει απλώς κενό στο σύστημα υγείας. Έχει κενό πολιτισμού.
Γιατί η παρηγορητική φροντίδα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι σεβασμός. Είναι ανακούφιση. Είναι αξιοπρέπεια. Είναι το ελάχιστο που οφείλει ένα κράτος στον άνθρωπο όταν πια δεν μπορεί να διεκδικήσει τίποτα μόνος του.
Οι χρόνιες παθογένειες έχουν ονοματεπώνυμο
Το πολιτικό σύστημα γνωρίζει. Δεν ανακαλύπτει τώρα τη φτώχεια, την ανασφάλεια, την κατάρρευση των οικογενειακών αντοχών, τα κενά στη δημόσια υγεία, την απουσία ουσιαστικής μέριμνας για τους πιο αδύναμους.
Τα ξέρει όλα.
Τα περιγράφει σε εκθέσεις.
Τα υπόσχεται σε προγράμματα.
Τα θυμάται στις προεκλογικές περιόδους.
Τα ξεχνά όταν πρέπει να συγκρουστεί με την πραγματικότητα.
Και έτσι η χώρα μένει κολλημένη στο ίδιο έργο: μεγάλα λόγια, μικρές παρεμβάσεις, βαθιές πληγές.
Η κοινωνία δεν χρειάζεται άλλη διαχείριση μιζέριας
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό.
Όταν ο πολίτης συνηθίζει να ζει με βοήθημα, όταν η οικογένεια μαθαίνει να φοβάται τον χειμώνα, όταν οι νέοι εγκαταλείπουν την προοπτική μιας κανονικής ζωής, όταν οι ηλικιωμένοι αισθάνονται βάρος και οι ασθενείς φεύγουν χωρίς επαρκή φροντίδα, τότε δεν μιλάμε για «δυσκολίες».
Μιλάμε για παραίτηση ενός κράτους από τον βασικό του ρόλο.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη επικοινωνιακή παρηγοριά. Χρειάζεται πραγματικό κράτος πρόνοιας. Χρειάζεται δημόσια υγεία που να λειτουργεί. Χρειάζεται πολιτικές που να σηκώνουν τον άνθρωπο όρθιο, όχι να τον κρατούν διαρκώς εξαρτημένο.
Η αξιοπρέπεια δεν είναι προνόμιο. Δεν είναι παροχή. Δεν είναι κυβερνητική καμπάνια.
Είναι δικαίωμα.
Και μια χώρα που μαθαίνει τους ζωντανούς να ζουν με κουπόνια και αφήνει τους ετοιμοθάνατους χωρίς επαρκή φροντίδα, δεν μπορεί να μιλά για πρόοδο.
Μπορεί μόνο να κοιταχτεί στον καθρέφτη.
Και να παραδεχθεί ότι το μεγαλύτερο έλλειμμά της δεν είναι δημοσιονομικό.
Είναι ανθρώπινο.

