Στη Σβέρνιτσα της δυτικής Αλβανίας, η «ανάπτυξη» εμφανίζεται με μπουλντόζες, συρματοπλέγματα και κατοίκους που καταγγέλλουν ότι η γη των παππούδων τους κινδυνεύει να περάσει πίσω από κλειστές πόρτες.
Υπάρχουν επενδύσεις που γεννούν προοπτική.
Και υπάρχουν επενδύσεις που γεννούν φόβο.
Στη Σβέρνιτσα, στη δυτική Αλβανία, οι κάτοικοι δεν βλέπουν απλώς ένα μεγάλο τουριστικό σχέδιο. Βλέπουν την ακτογραμμή τους να κλείνει με αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Βλέπουν μπουλντόζες να εμφανίζονται σε παρθένες παραλίες. Βλέπουν μια περιοχή με οικογενειακή, ιστορική και περιουσιακή μνήμη να μετατρέπεται ξαφνικά σε εργοτάξιο υπό αμφισβήτηση.
Και το πιο βαρύ: όλα αυτά συμβαίνουν ενώ, σύμφωνα με τους κατοίκους, παραμένουν ανοιχτά ζητήματα ιδιοκτησίας και δικαστικές εκκρεμότητες για τη γη. Το ρεπορτάζ αναφέρει ότι η μεγάλη τουριστική επένδυση συνδέεται με τον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ οι ομογενείς της περιοχής καταγγέλλουν αποκλεισμό, αδιαφάνεια και απουσία ουσιαστικής διαβούλευσης.
Όταν η ανάπτυξη ξεκινά με φράχτη
Η εικόνα είναι από μόνη της πολιτική.
Ένας φράχτης με συρματόπλεγμα που φτάνει μέχρι τη θάλασσα δεν είναι απλώς τεχνικό μέτρο. Είναι σύμβολο αποκλεισμού. Είναι το σημάδι ότι κάποιοι αποφασίζουν πρώτα και εξηγούν μετά. Ότι η τοπική κοινωνία καλείται να προσαρμοστεί σε τετελεσμένα, όχι να συμμετάσχει σε μια καθαρή διαδικασία.
Οι κάτοικοι της Σβέρνιτσας δεν εμφανίζονται ως εχθροί της ανάπτυξης. Το αντίθετο. Δηλώνουν ότι δεν είναι αντίθετοι στον τουρισμό, ούτε στην πρόοδο. Αυτό που ζητούν είναι το αυτονόητο: σεβασμό στη νομιμότητα, στις ιδιοκτησίες, στο περιβάλλον και στην ιστορική παρουσία της ελληνικής μειονότητας.
Γιατί άλλο πράγμα είναι μια επένδυση με διαφάνεια, κανόνες και κοινωνική συναίνεση.
Και άλλο πράγμα είναι μια επένδυση που εμφανίζεται με μπουλντόζες πριν απαντηθούν τα βασικά ερωτήματα.
Ποια γη αξιοποιείται;
Με ποιους τίτλους;
Με ποια άδεια;
Με ποια περιβαλλοντική προστασία;
Με ποια συμμετοχή των κατοίκων;
Και κυρίως: με ποιο δικαίωμα αποκλείεται η πρόσβαση σε παραλίες και εκτάσεις που οι ντόπιοι θεωρούν κομμάτι της ζωής τους;
Η γη που έχει ονοματεπώνυμο
Για τους επενδυτές, ένας τόπος μπορεί να είναι απλώς μια έκταση πάνω σε χάρτη.
Για τους κατοίκους, όμως, είναι οικογενειακή ιστορία.
Στη Σβέρνιτσα, οι άνθρωποι μιλούν για χωράφια που καλλιεργήθηκαν από πατέρες και παππούδες. Για γη που μετά την πτώση του καθεστώτος Χότζα μοιράστηκε ξανά στους ντόπιους. Για περιουσίες που, όπως λένε, συνδέονται με κτηματολογικά στοιχεία και βρίσκονται ακόμη μέσα σε πολυετείς νομικές διαμάχες.
Αυτό ακριβώς κάνει την υπόθεση εκρηκτική. Δεν μιλάμε για μια απλή τουριστική ανάπτυξη σε άδεια γη. Μιλάμε για μια περιοχή όπου οι άνθρωποι νιώθουν ότι η ιστορία τους, οι κόποι τους και τα δικαιώματά τους κινδυνεύουν να θαφτούν κάτω από το αφήγημα των δισεκατομμυρίων.
Η φράση «αυτή η γη έχει τον ιδρώτα μας» δεν είναι ρομαντισμός. Είναι πολιτική καταγγελία. Είναι κραυγή ανθρώπων που βλέπουν την περιουσία και τη μνήμη τους να μπαίνουν πίσω από συρματοπλέγματα.
Το επιχείρημα των δισεκατομμυρίων δεν αρκεί
Η πλευρά των επενδυτών, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, υποστηρίζει ότι έχει τηρηθεί η αλβανική νομοθεσία, ότι υπάρχει διάθεση να εξεταστούν νομικά τεκμηριωμένες αξιώσεις πολιτών και ότι η προβλεπόμενη επένδυση μπορεί να ξεπεράσει τα 4 δισ. δολάρια, δημιουργώντας χιλιάδες άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας.
Αυτά είναι σοβαρά μεγέθη. Αλλά τα μεγάλα νούμερα δεν απαντούν από μόνα τους στα μεγάλα ερωτήματα.
Τα δισεκατομμύρια δεν νομιμοποιούν αδιαφάνεια.
Οι θέσεις εργασίας δεν ακυρώνουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα.
Η τουριστική προοπτική δεν μπορεί να πατά πάνω σε φοβισμένες κοινότητες.
Και καμία επένδυση, όσο μεγάλη κι αν είναι, δεν μπορεί να θεωρείται υγιής όταν ξεκινά με την αίσθηση ότι οι κάτοικοι παρακάμπτονται.
Η ανάπτυξη δεν είναι μόνο χρήμα. Είναι και θεσμοί. Είναι και δικαιοσύνη. Είναι και εμπιστοσύνη. Αν αυτά λείπουν, τότε το έργο μπορεί να είναι μεγάλο, αλλά το αποτύπωμά του θα είναι σκοτεινό.
Η ελληνική μειονότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως λεπτομέρεια
Η Σβέρνιτσα δεν είναι ένας τυχαίος τόπος. Είναι περιοχή με ιστορική παρουσία ελληνικού στοιχείου, με ανθρώπους που διατηρούν δεσμούς με την Ελλάδα και με ομογενείς που σήμερα αισθάνονται ότι απειλούνται από αποφάσεις που λαμβάνονται χωρίς αυτούς.
Εδώ το ζήτημα ξεπερνά την τοπική διάσταση. Αγγίζει τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία. Αγγίζει την προστασία της ιδιοκτησίας. Αγγίζει την ευρωπαϊκή πορεία μιας χώρας που οφείλει να αποδεικνύει καθημερινά ότι σέβεται κράτος δικαίου, μειονοτικά δικαιώματα και περιβαλλοντικές δεσμεύσεις.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι απλός θεατής.
Δεν μπορεί να παρακολουθεί από απόσταση μια υπόθεση όπου Έλληνες ομογενείς καταγγέλλουν αποκλεισμό από τη γη τους, ενώ οι αντιδράσεις τους αντιμετωπίζονται με ένταση και καχυποψία.
Χρειάζεται θεσμική εγρήγορση. Όχι φωνές για εσωτερική κατανάλωση. Όχι κενά εθνικά πυροτεχνήματα. Αλλά σοβαρή διπλωματική πίεση, νομική παρακολούθηση και ανάδειξη του ζητήματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Γιατί η προστασία της μειονότητας δεν είναι διαπραγματευτική πολυτέλεια. Είναι υποχρέωση.
Και το περιβάλλον στο περιθώριο
Η υπόθεση έχει και ακόμη μία κρίσιμη πλευρά: το περιβάλλον.
Περιβαλλοντικές οργανώσεις εκφράζουν ανησυχίες για παρεμβάσεις κοντά στη λιμνοθάλασσα της Νάρτας και σε περιοχές με σημαντική βιοποικιλότητα. Καταγγέλλονται εργασίες, δρόμοι πρόσβασης και παρεμβάσεις σε φυσικούς σχηματισμούς, σε ένα τοπίο που μέχρι σήμερα παρέμενε σε μεγάλο βαθμό ανέγγιχτο από τον μαζικό τουρισμό.
Και εδώ τίθεται το ίδιο ερώτημα: τι είδους ανάπτυξη θέλουμε;
Μια ανάπτυξη που σέβεται τον τόπο, τους ανθρώπους και τη φύση;
Ή μια ανάπτυξη που αντιγράφει τα πιο αποτυχημένα μοντέλα της Μεσογείου, με κλειστά θέρετρα, περίκλειστες παραλίες και οικοσυστήματα που θυσιάζονται για την πολυτέλεια λίγων;
Η εμπειρία της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Ιταλίας έχει δείξει τι συμβαίνει όταν οι ακτές αντιμετωπίζονται ως εμπόρευμα χωρίς όριο. Στην αρχή έρχονται τα μεγάλα σχέδια. Μετά οι φράχτες. Ύστερα η υπερεκμετάλλευση. Και στο τέλος μένει ένας τόπος αλλοιωμένος, με τους ντόπιους ξένους μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.
Η ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι αρπαγή με κοστούμι
Το πρόβλημα στη Σβέρνιτσα δεν είναι μόνο ποιος επενδύει.
Είναι πώς επενδύει.
Είναι με ποιες διαδικασίες.
Είναι πάνω σε ποια γη.
Είναι με ποιον σεβασμό στους ανθρώπους που ζουν εκεί.
Όταν μια τοπική κοινωνία ζητά διαφάνεια, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο. Όταν οι κάτοικοι ζητούν να λυθούν οι ιδιοκτησιακές υποθέσεις, δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως εχθροί της προόδου. Όταν μια μειονότητα ζητά σεβασμό, δεν πρέπει να θεωρείται ενοχλητική υποσημείωση.
Αν η επένδυση είναι καθαρή, ας υπάρξει πλήρης διαφάνεια.
Αν οι τίτλοι είναι καθαροί, ας παρουσιαστούν.
Αν οι διαδικασίες είναι νόμιμες, ας εξηγηθούν.
Αν το περιβάλλον προστατεύεται, ας αποδειχθεί.
Αν οι κάτοικοι θα ωφεληθούν, ας ακουστούν πρώτα.
Διότι η σιωπή, οι φράχτες και οι μπουλντόζες δεν χτίζουν εμπιστοσύνη. Χτίζουν οργή.
Η Σβέρνιτσα σήμερα δεν είναι απλώς μια τοπική ιστορία της Αλβανίας. Είναι καθρέφτης ενός μεγάλου ερωτήματος που αφορά όλη την περιοχή μας:
Θα υπάρχει ανάπτυξη με ανθρώπους ή ανάπτυξη πάνω από τους ανθρώπους;
Γιατί όταν η γη των ομογενών μπαίνει πίσω από φράχτη, όταν οι παραλίες κλείνουν, όταν οι μπουλντόζες προηγούνται της δικαιοσύνης και όταν οι κάτοικοι μαθαίνουν τις αποφάσεις αφού έχουν ήδη ξεκινήσει τα έργα, τότε το πρόβλημα δεν είναι η επένδυση.
Το πρόβλημα είναι η εξουσία που πιστεύει ότι μπορεί να αγοράσει τη σιωπή ενός τόπου.
Και σε αυτό πρέπει να υπάρξει καθαρή απάντηση:
Καμία ανάπτυξη δεν είναι μεγάλη όταν ξεκινά με μικρό σεβασμό στον άνθρωπο, στη γη και στην αλήθεια.

