Και για όσους παριστάνουν τους ανήσυχους για τις «γνώσεις» και την «πολιτική εμπειρία» της Μαρίας Καρυστιανού, έχουμε μια απλή απάντηση:
Συνεχίστε, αγάπες μου, να φιλάτε τις λερωμένες ποδιές του συστήματος.
Συνεχίστε να υπηρετείτε τους ίδιους κομματικούς μηχανισμούς, τους ίδιους επαγγελματίες της εξουσίας, τους ίδιους ανθρώπους που άλλαζαν καρέκλες, κόμματα και συνθήματα, αλλά ποτέ δεν άλλαζαν συνήθειες.
Κι εμείς περάσαμε από το ΚΚΕ, τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ, τη Νέα Δημοκρατία. Είδαμε από κοντά τα κομματικά πιράνχας. Είδαμε τη λαιμαργία, τις προσωπικές στρατηγικές, τις παρέες, τα ανταλλάγματα και τους αιώνιους «σωτήρες».
Και φύγαμε.
Σας αφήσαμε μόνους στη λαιμαργία σας.
Το πρωτοφανές, όμως, είναι άλλο: άνθρωποι προερχόμενοι από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους άρχισαν να ενώνονται. Όχι κάτω από κομματικές σημαίες. Όχι για μια θέση. Όχι για ένα υπουργείο.
Ενώθηκαν επειδή δεν αντέχουν άλλο.
Και τότε τρομάξατε.
Γιατί, όπως λέει και ο λαός, «τα γομάρια με την αράδα ξύνονται».
Όταν ένα σύστημα νιώθει ότι απειλείται, οι εκπρόσωποί του στοιχίζονται ο ένας δίπλα στον άλλον. Δημοσιογράφοι, κομματικά στελέχη, πρώην υπουργοί, νυν βουλευτές, πρόθυμοι αναλυτές και δήθεν αντικειμενικοί παρατηρητές ξαφνικά αποκτούν όλοι την ίδια αγωνία:
«Μα μπορεί να κυβερνήσει η χώρα από ανθρώπους χωρίς εμπειρία;»
Ποια εμπειρία, αγάπες μου;
Την εμπειρία των σκανδάλων;
Την εμπειρία της συγκάλυψης;
Την εμπειρία των απευθείας αναθέσεων;
Την εμπειρία της οικογενειοκρατίας;
Την εμπειρία τού να χρεώνεται ο λαός και να πλουτίζουν οι ίδιοι και οι ίδιοι;
Αυτή την εμπειρία πράγματι δεν την έχει η Καρυστιανού.
Και ίσως αυτό ακριβώς να είναι που σας φοβίζει.
Γιατί απομακρύνει πολιτικούς και συνεργάτες;
Ρωτούν κάποιοι γιατί η Μαρία Καρυστιανού δεν επιθυμεί δίπλα της εν ενεργεία πολιτικούς, ακόμη κι όταν αυτοί δηλώνουν πρόθυμοι να συνεργαστούν μαζί της.
Ρωτούν επίσης γιατί απομακρύνθηκαν πρώην συνεργάτες της.
Η απάντηση είναι απλή:
Επειδή από την πρώτη στιγμή είπε «όλοι ίσοι».
Μόνο που αρκετοί άκουσαν τη φράση, αλλά δεν την κατάλαβαν.
Νόμιζαν ότι η ισότητα ίσως σήμαινε πως εκείνοι θα ήταν λίγο πιο ίσοι από τους υπόλοιπους. Ότι λόγω παλαιότητας, αναγνωρισιμότητας, πολιτικής διαδρομής ή προσωπικών γνωριμιών θα είχαν τον πρώτο λόγο.
Όμως το μεγαλύτερο ελάττωμα αυτού του χώρου —και ίσως ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας— είναι ότι όλοι θέλουμε να γίνουμε αρχηγοί.
Όλοι θεωρούμε ότι ξέρουμε καλύτερα.
Όλοι πιστεύουμε ότι εμείς θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε περισσότερο, να οργανώσουμε καλύτερα, να μιλήσουμε δυνατότερα, να οδηγήσουμε αποτελεσματικότερα.
Πολλοί από όσους έφυγαν δεν έφυγαν απαραίτητα επειδή είχαν κακές προθέσεις. Έφυγαν επειδή πίστεψαν ότι μπορούσαν να προσφέρουν καλύτερα με τον δικό τους τρόπο.
Και αυτό το γνωρίζουμε από πρώτο χέρι.
Προσωπικά δεν κατηγορούμε κανέναν. Αλλά υπάρχει και μια αλήθεια που πρέπει να ειπωθεί:
Η υπερβολική αγάπη πνίγει.
Ιδίως όταν πίσω από την αγάπη κρύβεται η ανάγκη για ρόλο, προβολή, επιρροή ή αρχηγία.
Τους χάλασε το πολιτικό σχέδιο
Η πιθανότητα πολιτικής καθόδου της Καρυστιανού, ακόμη και πριν αποκτήσει συγκεκριμένη κομματική μορφή, φαίνεται ήδη να έχει αναστατώσει ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό.
Η Νέα Δημοκρατία βλέπει ότι η πολυπόθητη αυτοδυναμία απομακρύνεται.
Η πιθανή επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα παρουσιάζεται ως επιχείρηση ανασύνταξης του παλιού συστήματος.
Ο Αντώνης Σαμαράς παραμένει σε αναμονή, γνωρίζοντας ότι οποιαδήποτε κίνηση μπορεί να μετατρέψει τη Νέα Δημοκρατία σε πεδίο εσωτερικής σύγκρουσης.
Στο ΠΑΣΟΚ συζητούν αλλαγές και επανεκκινήσεις, όχι απαραίτητα επειδή ανακάλυψαν ξαφνικά τα προβλήματα της κοινωνίας, αλλά επειδή φοβούνται μήπως ο Τσίπρας τούς προσπεράσει και περιορίσει ακόμη περισσότερο τον πολιτικό τους χώρο.
Ο Ανδρουλάκης ήταν επαρκής για την εποχή πριν από τη Μαρία Καρυστιανού.
Τώρα όμως άλλαξαν τα δεδομένα.
Η Καρυστιανού, χωρίς ακόμη να έχει παρουσιάσει πλήρες ψηφοδέλτιο, χωρίς οργανωμένο κομματικό στρατό και χωρίς την υποστήριξη των μεγάλων μέσων ενημέρωσης, έχει ήδη προκαλέσει αναδιάταξη.
Μαρία, απλά τούς έχεις σκορπίσει.
Ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, αυτοσκορπίστηκαν.
Γιατί όταν ένα σύστημα καταλαμβάνεται από φόβο, αρχίζει να κάνει λάθη. Να βγάζει νευρικότητα. Να στήνει δημοσκοπήσεις, σενάρια, αναχώματα και πολιτικές επιστροφές.
Και όσο περισσότερο επιτίθενται, τόσο περισσότερο αποκαλύπτουν πόσο πολύ φοβούνται.
Δεν φοβούνται την απειρία.
Φοβούνται ότι για πρώτη φορά μπορεί να βρεθεί απέναντί τους κάποιος που δεν τους χρωστάει τίποτα.
Και κυρίως, κάποιος που δεν τους έχει ανάγκη.

