Ο Γιάννης Πενταγιώτης έγραψε πράγματι το οξύ αντιμνημονιακό κείμενο που αποδίδεται στο όνομά του – Συντάχθηκε μέσα στις δικαστικές κινητοποιήσεις του 2012, προκάλεσε πειθαρχική διαδικασία και περιέχει αριθμούς και νομικές κρίσεις που δεν μπορούν να αναπαράγονται σήμερα χωρίς έλεγχο
Ένα ιδιαίτερα σκληρό κείμενο, το οποίο αποδίδεται στον εισαγγελέα Γιάννη Πενταγιώτη, επιστρέφει κατά διαστήματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με τον χαρακτηρισμό «πρωτοφανής καταγγελία».
Η βασική διαπίστωση είναι διπλή: η επιστολή δεν είναι πλαστή, αλλά ούτε και καινούργια.
Γράφτηκε τον Νοέμβριο του 2012, στην κορύφωση της οικονομικής κρίσης και των κινητοποιήσεων των δικαστικών λειτουργών για τις περικοπές στις αποδοχές τους. Η ημερομηνία μιας μεταγενέστερης κοινοποίησης στο Facebook δεν αποτελεί ημερομηνία σύνταξης ούτε νέα δημόσια παρέμβαση του εισαγγελέα.
Η διευκρίνιση είναι απαραίτητη. Άλλο ένα ιστορικό κείμενο που αναδημοσιεύεται και άλλο μια σημερινή καταγγελία με νέα πραγματικά περιστατικά.
Η επιστολή είναι πραγματική
Το πλήρες κείμενο είχε δημοσιευθεί στο διαδίκτυο το 2012 και αποδόθηκε από δημοσιεύματα της ίδιας εποχής στον τότε εισαγγελέα Πρωτοδικών Χανίων Γιάννη Πενταγιώτη.
Απευθυνόταν σε δικαστές και εισαγγελείς, με αφορμή τις αντιρρήσεις που είχαν εκφραστεί στο εσωτερικό του κλάδου για τη συνέχιση και την κλιμάκωση των κινητοποιήσεων.
Ο συντάκτης δεν περιοριζόταν στις μισθολογικές διεκδικήσεις των δικαστικών. Επιχειρούσε να συνδέσει τον αγώνα τους με την ανεργία, τις περικοπές μισθών και συντάξεων, την απώλεια κατοικιών, τη μετανάστευση των νέων, την υποβάθμιση της υγείας και της παιδείας και, συνολικά, με την άσκηση της μνημονιακής πολιτικής.
Η γλώσσα ήταν ακραία για εν ενεργεία δικαστικό λειτουργό. Το κείμενο μιλούσε για «κυβέρνηση δωσίλογων», «Βουλή οπερέτα» και «καθεστώς κατοχής», ενώ έκλεινε με τον γνωστό στίχο του Ανδρέα Κάλβου: «Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία».
Η γνησιότητα και το χρονικό πλαίσιο επιβεβαιώνονται από δημοσιεύματα και τον νομικό διάλογο της ίδιας εποχής, στον οποίο αναδημοσιεύθηκε ολόκληρη η επιστολή.
Η πειθαρχική διαδικασία
Η δημόσια παρέμβαση προκάλεσε άμεση αντίδραση από την ηγεσία της Δικαιοσύνης.
Στις 19 Νοεμβρίου 2012 έγινε γνωστό ότι ο τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τέντες διέταξε προκαταρκτική πειθαρχική έρευνα σε βάρος του Γιάννη Πενταγιώτη και της εισαγγελέως Πρωτοδικών Κεφαλονιάς Βικτωρίας Μαρσιώνη, η οποία φερόταν να έχει επικροτήσει το κείμενο.
Τον Φεβρουάριο του 2013 δημοσιεύθηκε ότι οι δύο εισαγγελικοί λειτουργοί παραπέμφθηκαν στο επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Για τον Πενταγιώτη, η παραπομπή συνδέθηκε με την κρίση ότι η φρασεολογία του ήταν ανάρμοστη προς την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού και προσβλητική για θεσμούς του πολιτεύματος.
Από το υλικό που είναι δημόσια διαθέσιμο δεν προκύπτει με την αναγκαία βεβαιότητα η τελική έκβαση εκείνης της πειθαρχικής διαδικασίας. Επομένως, δεν είναι ασφαλές να προστεθεί εκ των υστέρων ούτε ισχυρισμός περί καταδίκης ούτε ισχυρισμός περί αθώωσης χωρίς το σχετικό επίσημο έγγραφο.
Οι αριθμοί που δεν πρέπει να αναπαράγονται άκριτα
Η κοινωνική πραγματικότητα του 2012 ήταν πράγματι δραματική. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι κάθε αριθμός της επιστολής ήταν ακριβής.
Το κείμενο ανέφερε ότι η ανεργία είχε ξεπεράσει το 30%. Σε εθνικό επίπεδο αυτό δεν επιβεβαιώνεται από τα επίσημα στοιχεία. Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε για τον Νοέμβριο του 2012 συνολικό ποσοστό 27%, ενώ το ποσοστό των γυναικών ανερχόταν στο 31,1%. Η ανεργία των νέων ήταν πολύ υψηλότερη. Άρα το 30% μπορούσε να αποτυπώνει επιμέρους ομάδες, όχι όμως το συνολικό εθνικό ποσοστό.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η αναφορά σε 3.000 ανθρώπους που φέρονται να αυτοκτόνησαν επειδή δεν άντεξαν την εξαθλίωση. Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε 508 αυτοκτονίες το 2012 και 477 το 2011. Για ολόκληρη την περίοδο 2008–2012, οι καταγεγραμμένες αυτοκτονίες ήταν 2.126. Επιπλέον, τα στατιστικά στοιχεία αιτιών θανάτου δεν επιτρέπουν την αυτόματη απόδοση όλων αυτών των περιπτώσεων στην οικονομική πολιτική ή σε μία συγκεκριμένη κυβέρνηση.
Η οικονομική κρίση επιβάρυνε αναμφίβολα την κοινωνία και την ψυχική υγεία. Η διαπίστωση αυτή, όμως, δεν νομιμοποιεί έναν ατεκμηρίωτο αριθμό ούτε μια καθολική αιτιώδη σύνδεση.
Τι πράγματι έκρινε το ΣτΕ
Η επιστολή υποστήριζε ότι η απόφαση 668/2012 του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε συνταγματικό το Μνημόνιο «σε όλα τα μέτρα του» και ότι το δημόσιο συμφέρον εμφανίστηκε να υπερισχύει του ίδιου του Συντάγματος.
Αυτή είναι πολιτική ερμηνεία και όχι ακριβής απόδοση της δικαστικής κρίσης.
Με την 668/2012 η Ολομέλεια του ΣτΕ απέρριψε τις συγκεκριμένες αιτήσεις ακύρωσης που είχαν ασκηθεί κατά πράξεων εφαρμογής του πρώτου Μνημονίου. Έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι το Μνημόνιο Συνεννόησης αποτελούσε πρόγραμμα της ελληνικής κυβέρνησης και όχι διεθνή συνθήκη, ενώ αναγνώρισε στον νομοθέτη ευρύ περιθώριο επιλογών λόγω της οξείας δημοσιονομικής κρίσης. Δεν διατύπωσε αρχή ότι το δημόσιο συμφέρον βρίσκεται πάνω από το Σύνταγμα ούτε έδωσε εκ των προτέρων πιστοποιητικό συνταγματικότητας σε κάθε μνημονιακό μέτρο. Το πλήρες κείμενο της απόφασης δείχνει ακριβώς το αντικείμενο και τα όρια της κρίσης.
Η ρήτρα για την κρατική ασυλία
Το κείμενο αναφερόταν ακόμη στο άρθρο 14 παράγραφος 5 της δανειακής σύμβασης του 2010 και το παρουσίαζε ως «αμετάκλητη και άνευ όρων παραίτηση από την εθνική κυριαρχία».
Η επίμαχη ρήτρα υπήρχε πράγματι. Προέβλεπε παραίτηση του δανειολήπτη από την κρατική ασυλία σε δικαστικές διαδικασίες που σχετίζονταν με τη συγκεκριμένη σύμβαση, στο μέτρο που αυτό δεν απαγορευόταν από αναγκαστικό δίκαιο. Η συμφωνία υπογράφηκε στις 8 Μαΐου 2010 και τέθηκε σε ισχύ στις 11 Μαΐου 2010.
Άλλο, όμως, η συμβατική παραίτηση από συγκεκριμένες μορφές κρατικής ασυλίας για την εκτέλεση μιας δανειακής συμφωνίας και άλλο η πλήρης νομική παραίτηση ενός κράτους από την εθνική του κυριαρχία. Το δεύτερο αποτελεί πολιτικό χαρακτηρισμό του συντάκτη και όχι το γράμμα της ρήτρας.
Ιστορικό ντοκουμέντο, όχι σημερινή είδηση
Η επιστολή Πενταγιώτη παραμένει ένα ισχυρό ιστορικό ντοκουμέντο για την ένταση της μνημονιακής περιόδου και για τη βαθιά σύγκρουση που είχε προκληθεί ακόμη και στο εσωτερικό της Δικαιοσύνης.
Δεν χρειάζεται να πλαστογραφηθεί για να είναι πολιτικά ισχυρή. Χρειάζεται, όμως, να δημοσιεύεται με την πραγματική της ημερομηνία, το θεσμικό της πλαίσιο και τις αναγκαίες διορθώσεις.
Η ανακύκλωση ενός κειμένου του 2012 σαν να αποτελεί νέα καταγγελία δεν υπηρετεί την ενημέρωση. Και η μετατροπή πολιτικών χαρακτηρισμών σε αποδεδειγμένα νομικά ή στατιστικά γεγονότα δεν τιμά ούτε τον δημόσιο διάλογο ούτε το ίδιο το ιστορικό βάρος της επιστολής.

