Ο Σπύρος Χαριτάτος στοχοποιήθηκε επειδή είπε δημόσια κάτι αυτονόητο: ότι ένας δικαστικός λειτουργός πρέπει να κρίνεται από τη διαδρομή, το ήθος και τις θέσεις του — όχι μόνο από το επώνυμό του.
Η υπόθεση Χαριτάτου δεν είναι προσωπική. Είναι θεσμική.
Υπάρχουν στιγμές που ένα τηλεοπτικό σχόλιο λέει περισσότερα για την κατάσταση της χώρας από δεκάδες πολιτικές αναλύσεις.
Η περίπτωση του Σπύρου Χαριτάτου είναι μια τέτοια στιγμή.
Στις 29 Ιουνίου 2025, μέσα από την εκπομπή «Τώρα Μαζί», ο δημοσιογράφος τόλμησε να μιλήσει δημόσια για τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλη Φλωρίδη, ο οποίος τότε βρισκόταν μεταξύ των προσώπων που συζητούνταν για την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Και αυτό που ακολούθησε δεν ήταν διάλογος. Ήταν αντανακλαστικό λιντσάρισμα.
Όχι επειδή αποδείχθηκε ότι είπε κάτι ανακριβές. Όχι επειδή υπερέβη κάποιο όριο. Αλλά επειδή, στο δηλητηριασμένο περιβάλλον της εποχής, το επώνυμο «Φλωρίδης» αρκούσε για να ακυρώσει κάθε άλλη συζήτηση.
Ο Βασίλης Φλωρίδης ήταν αδελφός του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη. Αυτό ήταν αρκετό για να στηθεί η κατηγορία πριν καν ακουστεί το επιχείρημα.
Και όμως, τα γεγονότα είναι συγκεκριμένα: ο Βασίλης Φλωρίδης αναδείχθηκε πρώτος στην ψηφοφορία της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, με δημοσιεύματα να αναφέρουν ότι έλαβε 17 θετικές ψήφους, έναντι 14 του Κωνσταντίνου Τζαβέλλα. Τελικά, όμως, το υπουργικό συμβούλιο επέλεξε τον Κωνσταντίνο Τζαβέλλα, κάνοντας δεκτή την πρόταση του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη.
Άρα τι ακριβώς έμεινε από εκείνη τη θύελλα;
Έμεινε η στοχοποίηση ενός δημοσιογράφου επειδή δεν ακολούθησε το εύκολο σύνθημα.
Το επώνυμο έγινε κατηγορητήριο
Η δημόσια ζωή στην Ελλάδα έχει φτάσει σε ένα επικίνδυνο σημείο: δεν συζητάμε πια πρόσωπα, διαδρομές, θέσεις και θεσμικές συμπεριφορές. Συζητάμε ετικέτες.
Αν κάποιος έχει «λάθος» συγγένεια, ακυρώνεται.
Αν κάποιος πει κάτι που δεν βολεύει το κυρίαρχο αφήγημα, βαφτίζεται ύποπτος.
Αν ένας δημοσιογράφος επιμείνει να κρίνει με δικά του κριτήρια, γίνεται στόχος.
Αυτό συνέβη με τον Χαριτάτο.
Το ερώτημα δεν ήταν αν ο Βασίλης Φλωρίδης είχε θεσμικό βάρος.
Το ερώτημα δεν ήταν αν είχε διαδρομή στη Δικαιοσύνη.
Το ερώτημα δεν ήταν αν οι απόψεις του για το ακαταδίωκτο των υπουργών άγγιζαν μια βαθιά πληγή του πολιτεύματος.
Το ερώτημα έγινε απλώς:
«Είναι αδελφός του Γιώργου Φλωρίδη;»
Και κάπου εκεί τελείωσε η συζήτηση.
Όχι επειδή έπρεπε να τελειώσει.
Αλλά επειδή η δημόσια σφαίρα έχει μάθει να καταπίνει συνθήματα και να φτύνει ανθρώπους.
Η Δικαιοσύνη, τα Τέμπη, το Predator και η σιωπή
Η υπόθεση αυτή δεν στέκεται μόνη της. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κλίμα.
Όποιος μιλά για τα Τέμπη, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί «αντιπολιτευόμενος».
Όποιος μιλά για το Predator, παρουσιάζεται περίπου ως κομματικός παίκτης.
Όποιος μιλά για τη Δικαιοσύνη, αντιμετωπίζεται σαν να παρεμβαίνει.
Όποιος μιλά για το ακαταδίωκτο των υπουργών, θεωρείται ενοχλητικός.
Αυτή δεν είναι κανονική δημοκρατική ένταση.
Είναι μηχανισμός αποθάρρυνσης.
Μια κοινωνία που εκπαιδεύεται να μην αγγίζει τα «ευαίσθητα» θέματα, δεν γίνεται πιο ώριμη. Γίνεται πιο φοβισμένη.
Και η φοβισμένη κοινωνία δεν υπερασπίζεται θεσμούς. Τους παραδίδει.
Το ακαταδίωκτο ως πληγή του πολιτεύματος
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της υπόθεσης.
Ο Βασίλης Φλωρίδης έχει συνδεθεί στον δημόσιο λόγο με μια καθαρή θεσμική θέση: ότι το ακαταδίωκτο και η πρακτική ατιμωρησία πολιτικών προσώπων λειτουργούν ως εστία διαφθοράς. Η ακριβής διατύπωση που κυκλοφορεί προέρχεται κυρίως από αποσπάσματα και αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα, όχι από πλήρως τεκμηριωμένη επίσημη απομαγνητοφώνηση· ωστόσο η ουσία του δημόσιου διαλόγου γύρω από αυτή τη θέση είναι σαφής.
Και εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα.
Όταν ένας εισαγγελικός λειτουργός μιλά για τη διαφθορά που παράγει η ατιμωρησία, η συζήτηση δεν πρέπει να κλείνει επειδή δεν μας αρέσει το επώνυμό του. Πρέπει να ανοίγει.
Διότι η Δικαιοσύνη δεν απειλείται μόνο από τις παρεμβάσεις.
Απειλείται και από την κοινωνική ευκολία με την οποία ακυρώνουμε ανθρώπους πριν ακούσουμε τι λένε.
Η περίπτωση Χαριτάτου ως σύμπτωμα
Ο Σπύρος Χαριτάτος δεν δικαιώνεται επειδή κάποιος άλλος αδικήθηκε.
Δικαιώνεται επειδή αποκαλύφθηκε το πραγματικό πρόβλημα.
Το πρόβλημα δεν ήταν η γνώμη του.
Το πρόβλημα ήταν ότι τόλμησε να έχει γνώμη.
Σε μια χώρα όπου η δημοσιογραφική ανεξαρτησία πρέπει να απολογείται διαρκώς, όπου κάθε δημόσια τοποθέτηση περνά από κομματικό τεστ, όπου η κοινωνία αντιδρά πολλές φορές όχι με βάση το περιεχόμενο αλλά με βάση το θυμικό, η ελεύθερη φωνή γίνεται ύποπτη.
Και αυτό είναι επικίνδυνο.
Γιατί σήμερα στοχοποιείται ένας δημοσιογράφος.
Αύριο ένας δικαστικός.
Μεθαύριο ένας πολίτης.
Και στο τέλος, κανείς δεν μιλά.
Όχι επειδή δεν έχει τι να πει.
Αλλά επειδή έχει μάθει ότι θα πληρώσει το κόστος.
Η υπόθεση Χαριτάτου δεν είναι εξαίρεση.
Είναι καθρέφτης.
Δείχνει μια κοινωνία που δυσκολεύεται να ξεχωρίσει την κριτική από την επίθεση, τη θεσμική άποψη από την κομματική γραμμή, την ελεύθερη δημοσιογραφική κρίση από την «παρέμβαση».
Και δείχνει κάτι ακόμα πιο βαρύ:
Όταν η Δημοκρατία φοβάται τις ανεξάρτητες φωνές, δεν κινδυνεύουν οι φωνές.
Κινδυνεύει η Δημοκρατία.
Γιατί οι θεσμοί που αφήνεις να γίνουν τοξικοί, είναι οι ίδιοι που αύριο θα σε κρίνουν.
Και τότε δεν θα έχει σημασία ποιος μίλησε.
Ούτε ποιος σώπασε.
Θα έχει σημασία ποιος επέτρεψε να γίνει η σιωπή κανονικότητα.

