Όταν μια κυβέρνηση στήνει «παρατηρητήρια» για τα fake news και τον «τοξικό λόγο», δεν υπερασπίζεται τη Δημοκρατία. Επιχειρεί να φορέσει χαλινάρι στην Ενημέρωση. Θέλει δημοσιογράφους πειθαρχημένους, μέσα φοβισμένα και μια δημόσια σφαίρα αποστειρωμένη από κάθε ενοχλητική αλήθεια.
Απέναντι σε αυτή την επιχείρηση πολιτικής επιτήρησης, τα τρία μαθήματα του Λέοντα Καραπαναγιώτη ακούγονται σήμερα σαν καταγγελία και σαν διαθήκη μαζί: ο δημοσιογράφος δεν είναι αυλικό φερέφωνο, δεν είναι κολλητός της εξουσίας και δεν είναι βαποράκι παρασκηνιακών διευθετήσεων. Όποιος ξεχνά αυτά τα αυτονόητα, δεν υπηρετεί την ενημέρωση· υπηρετεί το σύστημα.
Το “παρατηρητήριο” της εξουσίας είναι μηχανισμός πειθάρχησης
Ας τελειώνουμε με τις ευγενικές λέξεις και τα θεσμικά περιτυλίγματα.
Το κυβερνητικό αφήγημα περί «προστασίας από την παραπληροφόρηση» δεν είναι αθώο. Είναι η κλασική μέθοδος κάθε εξουσίας που θέλει να ελέγξει ό,τι δεν μπορεί να φιμώσει ευθέως: βαφτίζει την επιτήρηση «ευθύνη», τον έλεγχο «θεσμική θωράκιση» και την πολιτική παρέμβαση «μάχη για την αλήθεια».
Μόνο που η αλήθεια δεν έχει ανάγκη από κυβερνητικούς τροχονόμους.
Και η δημοσιογραφία δεν έχει ανάγκη από κρατικούς παιδονόμους.
Η εμπιστοσύνη στα μέσα δεν αποκαθίσταται με συνέδρια εξουσίας, με δημόσιες σχέσεις και με παραστάσεις ηθικής ανωτερότητας από εκείνους που πρώτοι θέλουν την ενημέρωση γονατισμένη.
Αποκαθίσταται μόνο με ανεξαρτησία, πλουραλισμό και πλήρη διαφάνεια στην εξουσία.
Δηλαδή με ακριβώς όσα ενοχλούν το σύστημα.
Ο δημοσιογράφος δεν είναι σταρ, δεν είναι φίλος, δεν είναι συνέταιρος
Το πρώτο μάθημα του Καραπαναγιώτη είναι σφαλιάρα στη σημερινή παρακμή:
ο δημοσιογράφος δεν είναι πρωταγωνιστής των γεγονότων. Δεν είναι το κέντρο της σκηνής. Δεν είναι ο εισαγγελέας του πάνελ, ο ντίλερ της έντασης ή ο επαγγελματίας τηλεοπτικός μονομάχος. Είναι ο άνθρωπος που οφείλει να φέρνει στο φως τα γεγονότα, όχι να αυτοδιαφημίζεται πάνω στα ερείπιά τους.
Και το δεύτερο μάθημα είναι ακόμη πιο αμείλικτο:
ο δημοσιογράφος δεν μπορεί να είναι «κολλητός» με τον πολιτικό, τον τραπεζίτη, τον επιχειρηματία, τον διαχειριστή ισχύος. Δεν κάθονται στην ίδια πλευρά του λόφου. Και αν κάτσουν, τότε η προδοσία έχει ήδη συντελεστεί.
Γιατί εκεί που αρχίζουν οι οικειότητες με την εξουσία, τελειώνει η λογοδοσία απέναντι στην κοινωνία.
Εκεί που ανθίζουν οι προσωπικές γραμμές, τα ιδιωτικά τηλέφωνα, οι προστατευμένες σχέσεις και οι αμοιβαίες εξυπηρετήσεις, πεθαίνει η ανεξαρτησία.
Και στη θέση της μένει μια δημοσιογραφία ευνουχισμένη, χρήσιμη μόνο ως σκηνικό νομιμοποίησης της ισχύος.
Ο δημοσιογράφος που γίνεται μεσάζων, παύει να είναι δημοσιογράφος
Το τρίτο μάθημα δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας:
ο δημοσιογράφος δεν μπορεί να είναι μεσολαβητής στις διαφορές της εξουσίας. Δεν μπορεί να γίνεται ταχυδρόμος υπόγειων μηνυμάτων. Δεν μπορεί να λειτουργεί ως διακινητής πληροφορίας για να βολεύονται πολιτικά γραφεία, επιχειρηματικά στρατόπεδα και μηχανισμοί αλληλοεκβιασμού.
Από τη στιγμή που αποκρύπτει από τους πολίτες όσα γνωρίζει για να διευκολύνει διευθετήσεις, κουκουλώματα ή ισορροπίες, έχει περάσει στην απέναντι όχθη.
Δεν ενημερώνει.
Συγκαλύπτει.
Δεν ερευνά.
Διαμεσολαβεί.
Δεν υπηρετεί την κοινωνία.
Υπηρετεί τα παρασκήνια.
Κι αυτό είναι το πιο βρώμικο σημείο της σήψης: όταν ο δημοσιογράφος παύει να είναι ελεγκτής της εξουσίας και μετατρέπεται σε εξάρτημά της.
Η εξουσία δεν φοβάται τα fake news όσο φοβάται την αδέσμευτη δημοσιογραφία. Γι’ αυτό θέλει επιτηρητές, φόρουμ, “παρατηρητήρια” και πειθαρχημένα μικρόφωνα. Όμως η αλήθεια δεν μπαίνει σε κρατικό κλουβί. Και ο δημοσιογράφος που σκύβει το κεφάλι στην εξουσία δεν είναι λειτουργός της ενημέρωσης — είναι υπάλληλος της χειραγώγησης.

