Υπάρχουν στιγμές που ένα πολιτικό σύστημα δεν αποκαλύπτεται από όσα λέει, αλλά από όσα δεν τολμά να κάνει. Και εδώ το γεγονός είναι συντριπτικό: υπουργοί μιας κυβέρνησης, που φέρονται να βρέθηκαν στο στόχαστρο παρακολούθησης, δεν έκαναν ούτε τα στοιχειώδη. Δεν υπέβαλαν εγκλήσεις. Δεν κατέθεσαν μηνύσεις. Δεν παρέδωσαν συσκευές για έλεγχο. Δεν απαίτησαν να μάθουν ποιος τους άκουγε, ποιος τους έβλεπε, ποιος τους κρατούσε στο χέρι.
Και όταν η κυβέρνηση ρωτήθηκε για αυτή τη νοσηρή, αδιανόητη, θεσμικά βρώμικη αδράνεια, απάντησε με το γνωστό μείγμα δειλίας και θράσους: «η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη», «είναι ατομικές επιλογές», «στοχοποιείτε ανθρώπους». Όχι. Στοχοποίηση είναι να ανοίγονται κινητά υπουργών και να μη σαλεύει φύλλο. Στοχοποίηση είναι να παραβιάζεται ο πυρήνας του κράτους και το καθεστώς να ζητά σιωπή.
Σιωπή ενόχων ή σιωπή ομήρων;
Εδώ δεν έχουμε μια απλή υπόθεση πολιτικής αμηχανίας. Έχουμε μια σιωπή που βγάζει αρρώστια.
Γιατί όταν ένας υπουργός πληροφορείται ότι μπορεί να ήταν στόχος παγιδευμένων μηνυμάτων, υπάρχουν μόνο δύο θεσμικά έντιμες αντιδράσεις: ή πετάγεται όρθιος και απαιτεί μέχρι τέλους έρευνα, ή παραιτείται αν δεν μπορεί να προστατεύσει ούτε τον εαυτό του ούτε το αξίωμά του.
Αυτό που δεν προβλέπεται σε καμία δημοκρατική κανονικότητα είναι η τρίτη επιλογή: να μη συμβαίνει τίποτα. Να μη γίνεται μήνυση. Να μη γίνεται έγκληση. Να μη δίνεται καν το κινητό. Να περνά το θέμα σαν διοικητική υποσημείωση.
Αυτή η σιωπή δεν μοιάζει με ψυχραιμία. Μοιάζει με φόβο. Και σε ένα κράτος που κυβερνάται από φοβισμένους ή βολεμένους, η δημοκρατία δεν λειτουργεί· εκβιάζεται.
Δεν είναι προσωπική στάση. Είναι κρατική σήψη
Το αφήγημα περί «ατομικών επιλογών» είναι προσβολή στη νοημοσύνη της κοινωνίας.
Δεν μιλάμε για ιδιώτες που αγνόησαν ένα ύποπτο SMS. Μιλάμε για ανθρώπους που χειρίζονται κρατικούς φακέλους, εθνικά θέματα, μηχανισμούς ασφαλείας, δημόσιο χρήμα, ευαίσθητες ισορροπίες εξουσίας.
Αν τέτοια πρόσωπα μπορεί να είχαν εκτεθειμένες συσκευές, ανοικτές κάμερες, καταγεγραμμένες συνομιλίες, διαρρεύσαντα προσωπικά ή πολιτικά δεδομένα, τότε δεν έχουμε «μερικά μεμονωμένα περιστατικά». Έχουμε δομική αποσύνθεση του ίδιου του κράτους.
Γιατί ένας υπουργός που μπορεί να παρακολουθείται και δεν αντιδρά, παύει να είναι απλώς αμελής. Γίνεται κρίκος ενός συστήματος που έχει αποδεχθεί τον εκβιασμό ως περιβάλλον λειτουργίας. Και μια κυβέρνηση που ανέχεται αυτή την κατάσταση δεν κυβερνά. Επιπλέει μέσα στη σήψη της.
Όταν δεν μπορείς να απαντήσεις, λασπώνεις την ερώτηση
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν απάντησε επειδή η αλήθεια δεν μακιγιάρεται.
Δεν μπορεί να πει ευθέως ότι υπουργοί της κυβέρνησης ενημερώθηκαν για πιθανές παγιδεύσεις και δεν έκαναν τίποτα, γιατί αυτό θα ήταν ομολογία πολιτικού εξευτελισμού.
Δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί δεν στήριξαν οι ίδιοι μια υπόθεση που αφορούσε ενδεχόμενη παραβίαση των δικών τους συσκευών, γιατί τότε θα έπρεπε να λογοδοτήσει για ένα πράγμα πολύ πιο βαρύ από την αμηχανία: για την κανονικοποίηση του βούρκου.
Έτσι επιλέγεται η γνωστή μέθοδος του καθεστωτικού ενστίκτου:
να βαφτίζεται η λογοδοσία «τοξικότητα»,
να παρουσιάζεται η αλήθεια ως «στοχοποίηση»,
να μετατρέπεται η πολιτική ερώτηση σε επικοινωνιακό επεισόδιο,
να θάβεται η ουσία κάτω από φτηνές προσβολές περί δήθεν υπερβολής.
Είναι η τεχνική ενός συστήματος που δεν θέλει να φωτίσει τίποτα, γιατί ξέρει ότι στο φως θα φανεί γυμνό: χωρίς θεσμική αξιοπρέπεια, χωρίς πολιτικό θάρρος, χωρίς ηθικό έρεισμα.
Το ανατριχιαστικό δεν είναι μόνο ότι κάποιοι μπορεί να άνοιγαν κινητά υπουργών. Το ανατριχιαστικό είναι ότι οι ίδιοι οι υπουργοί φέρθηκαν σαν να μην τους ενδιέφερε. Και το πιο βρόμικο απ’ όλα είναι πως η κυβέρνηση δεν προσπαθεί καν να το δικαιολογήσει πειστικά — απλώς το σκεπάζει. Αυτό δεν είναι απλή συγκάλυψη. Είναι η εικόνα μιας εξουσίας που έχει συνηθίσει τόσο πολύ τον υπόνομο, ώστε πλέον τον περνά για κανονικότητα.

