Η επίθεση κατά της Μαρίας Καρυστιανού δεν μπορεί να σβήσει το βασικό ερώτημα: ποιος ευθύνεται για το έγκλημα των Τεμπών και ποιος επιχείρησε να το περιορίσει, να το μικρύνει, να το κάνει «διαχειρίσιμο» πολιτικά και ποινικά;
Η δημόσια αντιπαράθεση γύρω από τα Τέμπη παίρνει πλέον επικίνδυνη τροπή.
Αντί το βάρος να βρίσκεται εκεί που πρέπει —στην αναζήτηση της αλήθειας, στην απόδοση ευθυνών, στη διερεύνηση της πολιτικής και υπηρεσιακής αλυσίδας που οδήγησε στην τραγωδία— επιχειρείται να μεταφερθεί η συζήτηση πάνω σε πρόσωπα συγγενών θυμάτων.
Και συγκεκριμένα στη Μαρία Καρυστιανού.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα που παρατίθεται, ο Νίκος Πλακιάς κατηγορεί την κ. Καρυστιανού ότι, μέσω των χειρισμών του Συλλόγου, κατατέθηκε ελλιπές κατηγορητήριο, το οποίο κατά την άποψή του οδήγησε τελικά στην παραπομπή του Κώστα Αχ. Καραμανλή για πλημμέλημα.
Όμως εδώ χρειάζεται ψυχραιμία.
Και κυρίως δικαιοσύνη.
Δεν φταίει η Καρυστιανού για το πώς λειτουργεί η Βουλή
Η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι κυβέρνηση.
Δεν είναι εισαγγελέας.
Δεν είναι ανακριτής.
Δεν είναι κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Δεν είναι το πολιτικό σύστημα που διαχειρίζεται τις προανακριτικές, τις παραγραφές, τις δικονομικές διαδρομές και τις θεσμικές ασπίδες.
Είναι μια μητέρα που έχασε το παιδί της.
Αν κάποιοι θέλουν να συζητήσουν αν υπήρξαν σωστοί ή λάθος νομικοί χειρισμοί, αυτό μπορεί να γίνει. Με στοιχεία. Με ψυχραιμία. Με σοβαρότητα. Όχι όμως με τη λογική ότι μια μάνα «δημιούργησε την αθώωση» ενός πρώην υπουργού.
Αυτό είναι τεράστιο βάρος για να φορτώνεται σε έναν συγγενή θύματος.
Η ευθύνη για το αν ένας πολιτικός παραπέμπεται για πλημμέλημα ή για κακούργημα δεν ανήκει σε μια μητέρα που φωνάζει για δικαιοσύνη. Ανήκει στους θεσμούς, στη Βουλή, στα κόμματα, στις δικαστικές και πολιτικές διαδικασίες.
Η Καρυστιανού έγινε στόχος γιατί δεν σιώπησε
Η Μαρία Καρυστιανού ενόχλησε γιατί δεν έμεινε στο πένθος της.
Δεν περιορίστηκε στη σιωπή.
Δεν δέχθηκε να κλείσει η υπόθεση των Τεμπών με μισές απαντήσεις, μισές ευθύνες και μισές αλήθειες.
Βγήκε μπροστά.
Μίλησε.
Πίεσε.
Συγκρούστηκε.
Έκανε την υπόθεση των Τεμπών διεθνές και ευρωπαϊκό ζήτημα.
Και αυτό, σε μια χώρα όπου συχνά η μνήμη κουράζει την εξουσία, είναι πολιτική πράξη. Όχι με την κομματική έννοια. Με την έννοια της κοινωνικής ευθύνης.
Γιατί όταν το κράτος αποτυγχάνει, όταν οι θεσμοί καθυστερούν, όταν η κοινωνία βλέπει την υπόθεση να βυθίζεται σε διαδικαστικά τεχνάσματα, τότε κάποιος πρέπει να κρατήσει αναμμένη τη φωτιά της μνήμης.
Αυτό έκανε η Καρυστιανού.
Άλλο η διαφωνία, άλλο η στοχοποίηση
Κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής.
Ούτε η Μαρία Καρυστιανού.
Ούτε κανένας συγγενής.
Ούτε κανένας σύλλογος.
Όμως υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην κριτική και στη στοχοποίηση.
Άλλο να πεις: «διαφωνώ με τη νομική στρατηγική».
Και άλλο να αφήνεις να εννοηθεί ότι ένας άνθρωπος που έχασε το παιδί του λειτούργησε με προσωπική ή πολιτική σκοπιμότητα.
Αυτό θέλει απόδειξη.
Όχι υπαινιγμούς.
Τα Τέμπη είναι τόσο βαριά υπόθεση που δεν αντέχουν εύκολες κατηγορίες, ούτε εμφύλιους μεταξύ πονεμένων ανθρώπων.
Το πραγματικό ερώτημα παραμένει αλλού
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Καρυστιανού μίλησε πολύ.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί χρειάστηκε να μιλήσει τόσο πολύ.
Γιατί οι οικογένειες έπρεπε να πιέζουν συνεχώς;
Γιατί έπρεπε να ζητούν το αυτονόητο;
Γιατί η υπόθεση των Τεμπών έγινε πεδίο πολιτικής άμυνας;
Γιατί η κοινωνία αισθάνεται ότι η αλήθεια βγαίνει με το σταγονόμετρο;
Αυτά είναι τα ερωτήματα.
Και αυτά δεν απαντώνται με επιθέσεις στη Μαρία Καρυστιανού.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι το πρόβλημα των Τεμπών.
Είναι μία από τις φωνές που αρνήθηκαν να αφήσουν το πρόβλημα να θαφτεί.
Και σε αυτή τη χώρα πρέπει κάποτε να αποφασίσουμε:
θα κυνηγάμε αυτούς που ζητούν δικαιοσύνη ή αυτούς που την εμποδίζουν;
Γιατί τα Τέμπη δεν θα δικαιωθούν με εμφύλιο πόνου.
Θα δικαιωθούν μόνο με αλήθεια, ευθύνη και λογοδοσία.
Και όσοι προσπαθούν να μετατρέψουν μια μάνα σε κατηγορούμενη, ας θυμηθούν κάτι απλό:
η Καρυστιανού δεν οδηγούσε το τρένο, δεν διοικούσε τον ΟΣΕ, δεν υπέγραφε συμβάσεις, δεν είχε υπουργική ευθύνη και δεν ψήφισε καμία προανακριτική.
Ζήτησε δικαιοσύνη.
Και αυτό, σε μια χώρα που συχνά φοβάται τη δικαιοσύνη, είναι αρκετό για να την κάνουν στόχο.

