Από την Κρήτη έως τη Βόρεια Ελλάδα, η υπόθεση των παράνομων αγροτικών ενισχύσεων δείχνει κάτι βαθύτερο: ένα κράτος που άφησε τρύπες, ένα σύστημα που τις αξιοποίησε και μια νοοτροπία που θεωρεί το ευρωπαϊκό χρήμα «λεία».
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι μόνο οικονομικό. Δεν είναι μόνο ποινικό. Δεν είναι ούτε απλώς διοικητικό. Είναι βαθιά κοινωνικό. Γιατί πίσω από τις παράνομες επιδοτήσεις, τις φερόμενες ψευδείς δηλώσεις και τα ευρωπαϊκά κονδύλια που κατέληγαν σε όσους δεν τα δικαιούνταν, υπάρχει μια νοοτροπία που σαπίζει τη χώρα: «ό,τι μπορούμε να αρπάξουμε, το αρπάζουμε».
Οι τελευταίες εξελίξεις είναι βαριές. Είκοσι δύο συλληφθέντες από την Κρήτη οδηγήθηκαν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για την υπόθεση παράνομων επιδοτήσεων, με το φερόμενο οικονομικό όφελος να εκτιμάται άνω των 3 εκατ. ευρώ, ενώ ξεχωριστή υπόθεση στη Βόρεια Ελλάδα αφορά 17 συλληφθέντες και φερόμενη ζημιά/όφελος άνω των 4,5 εκατ. ευρώ.
Δεν έκλεψαν απλώς «την Ευρώπη». Έκλεψαν τους πραγματικούς αγρότες
Η μεγάλη απάτη με τις επιδοτήσεις δεν είναι ένα λογιστικό κόλπο πάνω σε χαρτιά. Είναι χτύπημα στους ανθρώπους που δουλεύουν πραγματικά τη γη, που πληρώνουν ζωοτροφές, καύσιμα, εργάτες, φόρους, ασφαλιστικές εισφορές.
Κάθε ευρώ που πήγε σε κάποιον που δεν το δικαιούνταν, δεν πήγε σε εκείνον που το είχε ανάγκη για να κρατήσει όρθια την παραγωγή του. Δεν πήγε στον κτηνοτρόφο που ξυπνά χαράματα. Δεν πήγε στον αγρότη που βλέπει το κόστος να τον πνίγει. Δεν πήγε στην ελληνική ύπαιθρο που ερημώνει.
Πήγε, σύμφωνα με τις διωκτικές αρχές, σε κυκλώματα, παρέες, μεσάζοντες, δηλώσεις-μαϊμού και φερόμενα τεχνάσματα πάνω στις αδυναμίες του συστήματος.
Το πιο άρρωστο δεν είναι η απάτη. Είναι η κανονικοποίησή της
Αυτό που κάνει την υπόθεση πραγματικά επικίνδυνη δεν είναι μόνο το μέγεθος. Είναι ότι δείχνει κοινωνική ανοχή.
Για χρόνια, το ευρωπαϊκό χρήμα αντιμετωπίστηκε από πολλούς όχι ως εργαλείο παραγωγής, αλλά ως ευκαιρία αρπαχτής. Όχι ως δημόσιος πόρος, αλλά ως «παράθυρο». Όχι ως στήριξη του πρωτογενούς τομέα, αλλά ως λάφυρο για όποιον είχε πρόσβαση, γνωριμίες, τεχνική βοήθεια ή θράσος.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό ερώτημα:
Πόσοι γνώριζαν;
Πόσοι έβλεπαν;
Πόσοι σιωπούσαν;
Πόσοι έκαναν πως δεν καταλάβαιναν;
Γιατί τέτοιες υποθέσεις δεν στήνονται σε κενό αέρος. Θέλουν χαλαρούς ελέγχους. Θέλουν κενά στα συστήματα. Θέλουν ανοχή. Θέλουν τοπικά δίκτυα. Θέλουν και μια κοινωνική αντίληψη που λέει: «Αφού το κάνουν όλοι, γιατί όχι κι εγώ;»
Το κράτος δεν μπορεί να παριστάνει τον έκπληκτο
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν ήταν ένα άγνωστο γραφείο σε κάποια γωνιά του Δημοσίου. Ήταν ο οργανισμός μέσα από τον οποίο περνούσαν τεράστια ποσά ευρωπαϊκών αγροτικών ενισχύσεων. Όταν λοιπόν επί χρόνια εμφανίζονται καταγγελίες, έρευνες, δικογραφίες και τώρα μαζικές συλλήψεις, το κράτος δεν δικαιούται να κάνει τον ανήξερο.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει αναβαθμίσει θεαματικά την πίεση γύρω από την υπόθεση, ενώ διεθνή δημοσιεύματα συνδέουν το σκάνδαλο με ευρύτερες έρευνες, πολιτικές παραιτήσεις, κοινοβουλευτικές διαδικασίες και την ανάγκη ριζικής μεταρρύθμισης του μηχανισμού πληρωμών.
Άρα το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος πήρε παράνομα χρήματα. Το ζήτημα είναι ποιος άφησε το σύστημα να λειτουργεί έτσι.
Τρία πράγματα που πρέπει να γίνουν τώρα
Πρώτον, πλήρης επιστροφή των παράνομων ποσών.
Όχι συμβολικές κινήσεις. Όχι πρόστιμα για τα μάτια του κόσμου. Όποιος πήρε χρήματα που δεν δικαιούνταν, να τα επιστρέψει μέχρι τελευταίου ευρώ, με προσαυξήσεις.
Δεύτερον, αποκλεισμός από μελλοντικές ενισχύσεις όπου αποδεικνύεται δόλος.
Δεν μπορεί κάποιος να πλιατσικολογεί το δημόσιο και ευρωπαϊκό χρήμα και μετά να ξαναμπαίνει στην ίδια ουρά σαν να μη συνέβη τίποτα.
Τρίτον, ψηφιακός και διασταυρωτικός έλεγχος χωρίς “παραθυράκια”.
Δηλώσεις γης, ζωικό κεφάλαιο, φορολογικά στοιχεία, μισθωτήρια, παραγωγική δραστηριότητα, τραπεζικές κινήσεις: όλα πρέπει να διασταυρώνονται αυτόματα. Όχι μετά από χρόνια. Πριν πληρωθεί το χρήμα.
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι καθρέφτης. Και ο καθρέφτης δείχνει κάτι άσχημο: μια χώρα όπου ο τίμιος παραγωγός μένει να παλεύει μόνος, ενώ ο πονηρός ψάχνει τρύπες στο σύστημα.
Αν η υπόθεση τελειώσει μόνο με λίγες διώξεις και μερικές δηλώσεις αγανάκτησης, τότε τίποτα δεν θα αλλάξει. Θα περιμένουμε απλώς το επόμενο σκάνδαλο, με άλλο όνομα και το ίδιο σάπιο μοτίβο.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι κάποιοι πήραν χρήματα που δεν δικαιούνταν.
Το πρόβλημα είναι ότι για χρόνια πίστευαν πως μπορούσαν να το κάνουν.
Και, ακόμη χειρότερα, ότι είχαν λόγους να πιστεύουν πως δεν θα πληρώσουν ποτέ.

