Η υπόθεση δεν είναι μόνο λογιστική. Είναι πολιτική, διοικητική και βαθιά θεσμική. Γιατί όταν ανοίγουν δικογραφίες, όταν εμφανίζονται επιδοτήσεις σε εκτάσεις-σκιές και όταν το σύστημα δείχνει να λειτούργησε επί χρόνια χωρίς φρένο, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος πήρε χρήματα. Είναι ποιος ήξερε, ποιος κάλυψε, ποιος διευκόλυνε και ποιοι από όσους πέρασαν από το κύκλωμα είχαν παράλληλα ρόλο μέσα σε κομματικούς μηχανισμούς.
Τι προκύπτει
Το πρώτο που προκύπτει είναι ότι η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αφορά μεμονωμένα «λάθη» ή μια σειρά από αθώες αστοχίες. Το μέγεθος της έρευνας, η έκταση των ελέγχων και το εύρος των εμπλεκομένων δείχνουν καθαρά ότι πρόκειται για υπόθεση με οργανωμένα χαρακτηριστικά, με πολιτικές και διοικητικές ουρές που δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω από τεχνικούς όρους.
Για την Εύβοια, υπάρχει ήδη δημόσια συζήτηση γύρω από δηλωμένες εκτάσεις που συνδέθηκαν με την περιοχή και ειδικότερα με τη Στενή, στοιχείο που δίνει σαφές τοπικό αποτύπωμα στην υπόθεση. Δεν μιλάμε πια για μια αόριστη φήμη, αλλά για μια υπόθεση που ακούμπησε ονομαστικά και γεωγραφικά την περιοχή, προκαλώντας εύλογα ερωτήματα για το ποιοι ακριβώς δήλωσαν τι, με ποια διαδικασία και με ποια κάλυψη.
Για τη Βοιωτία, η Υλίκη έχει ήδη αναδειχθεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς δημόσια γη ή εκτάσεις με αμφισβητούμενο καθεστώς μπορεί να εμφανίζονται σε μηχανισμούς επιδοτήσεων. Το γεγονός ότι η περιοχή αναφέρεται ως πεδίο τέτοιων δηλώσεων αρκεί για να αποδείξει ότι και η Βοιωτία δεν έμεινε εκτός του χάρτη των σκιών.
Προκύπτει επίσης ότι η Στερεά Ελλάδα συνολικά βρίσκεται μέσα στην περίμετρο του προβλήματος. Αυτό σημαίνει πως ούτε η Εύβοια ούτε η Βοιωτία μπορούν να αντιμετωπιστούν ως εξαιρέσεις ή ως περιοχές που απλώς «ακούστηκαν» περιφερειακά. Η σκιά έπεσε και εδώ.
Τι δεν προκύπτει
Δεν προκύπτει, τουλάχιστον όχι με δημόσια και πλήρως ανοιχτά στοιχεία, ένας πλήρης και οριστικός κατάλογος ονομάτων ειδικά για Εύβοια και Βοιωτία. Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής δημοσίως ξετυλιγμένος ο χάρτης όλων των φυσικών προσώπων, όλων των ΑΦΜ και όλων των διαδρομών του χρήματος ανά νομό, ώστε να μπορεί κανείς να μιλήσει με απόλυτη ονομαστική βεβαιότητα για κάθε εμπλεκόμενο.
Δεν προκύπτει επίσης ότι κάθε τοπική αναφορά ισοδυναμεί αυτομάτως με ποινική ενοχή. Άλλο το ερευνητικό εύρημα, άλλο η πολιτική ευθύνη και άλλο η τελεσίδικη ποινική κρίση. Αυτό όμως δεν αθωώνει πολιτικά κανέναν. Γιατί σε τέτοιες υποθέσεις, ακόμη και όταν δεν έχει κλείσει η ποινική αξιολόγηση, η θεσμική και πολιτική ευθύνη παραμένει όρθια.
Και βέβαια, δεν προκύπτει ακόμη με καθαρό, ανοιχτό και ονομαστικό τρόπο ποιοι από όσους ακούμπησαν τις επιδοτήσεις ήταν ταυτόχρονα κομματικά στελέχη, μέλη νομαρχιακών, σύνεδροι ή πρόσωπα με θέση μέσα σε συνεδριακά σώματα κομμάτων. Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα πιο κρίσιμα κενά της δημόσιας εικόνας.
Πού υπάρχει ακόμη σκιά
Η μεγάλη σκιά βρίσκεται στη διασταύρωση επιδότησης, τοπικού δικτύου και κομματικής πρόσβασης. Εκεί όπου δεν αρκεί να δεις ένα όνομα ή ένα ΑΦΜ, αλλά πρέπει να δεις ποιο τηλέφωνο σήκωνε, ποια πόρτα άνοιγε, ποιος μεσολαβούσε, ποιος γνώριζε υπηρεσιακές διαδρομές και ποιος είχε πολιτική ασπίδα.
Εδώ ακριβώς γεννιέται το ερώτημα που καίει και δεν μπορεί να παραμεριστεί:
ποιοι από όσους εμπλέκονται στις επιδοτήσεις, άμεσα ή έμμεσα, είναι ή ήταν ταυτόχρονα μέλη συνεδριακών σωμάτων, σύνεδροι, στελέχη νομαρχιακών, κομματικών επιτροπών ή γενικότερα πρόσωπα με οργανική παρουσία μέσα στους κομματικούς μηχανισμούς;
Γιατί αν αποδειχθεί ότι το δίκτυο των επιδοτήσεων τέμνεται με το δίκτυο της κομματικής ισχύος, τότε η υπόθεση αλλάζει επίπεδο. Δεν μιλάμε πια μόνο για οικονομική στρέβλωση. Μιλάμε για πιθανό πελατειακό μηχανισμό με πολιτική ρίζα.
Η σκιά υπάρχει επίσης στο γεγονός ότι η κοινωνία ακούει για εκτάσεις, επιστροφές χρημάτων, ελέγχους, βοσκοτόπια και ΑΦΜ, αλλά δεν έχει ακόμη μπροστά της τον πλήρη χάρτη των σχέσεων: ποιος ήταν απλός ωφελούμενος, ποιος μεσάζων, ποιος κομματικός, ποιος διοικητικός, ποιος προστάτης.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν βοσκοτόπια-φαντάσματα. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιοι κρύβονται πίσω από τα ΑΦΜ και τα βοσκοτόπια-φαντάσματα. Ποιοι έστησαν τη διαδρομή, ποιοι την ανέχθηκαν, ποιοι την χρησιμοποίησαν, ποιοι πλούτισαν πολιτικά ή οικονομικά από αυτήν και ποιοι εμφανίζονταν ταυτόχρονα ως ωφελούμενοι και ως άνθρωποι των κομματικών μηχανισμών.
Και μαζί με αυτό, ένα ακόμη ερώτημα που ζητά απάντηση χωρίς υπεκφυγές:
ποιοι εμπλέκονται στις επιδοτήσεις και είναι μέλη συνεδριακά των κομμάτων;
Ποιοι είχαν δηλαδή διπλή ιδιότητα: από τη μια στο κύκλωμα της επιδότησης και από την άλλη μέσα στις κομματικές δομές επιρροής;
Γιατί αν η απάτη συναντά το κόμμα, τότε δεν έχουμε απλώς ένα σκάνδαλο επιδοτήσεων. Έχουμε μια σοβαρή υπόνοια ότι το δημόσιο χρήμα συνδέθηκε με τον μηχανισμό της πολιτικής πελατείας. Και τότε το θέμα δεν είναι μόνο ποινικό. Είναι θέμα δημοκρατίας.

