Ο Αλέξανδρος εναντίον Δαρείου, πίνακας του Pietro da Cortona, φιλοτεχνημένος την περίοδο 1644-1650.
Γιώργος Βενιέρης
Στη συλλογική μνήμη, η εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, από τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο έως την Κεντρική Ασία και την Ινδία, ανήκει σχεδόν εξ ολοκλήρου στον στρατηλάτη και στους πολεμιστές του. Οι Εταίροι που αποτελούν το βαρύ ιππικό του μακεδονικού στρατού καλπάζουν, οι πεζέταιροι κρατώντας σφιχτά τα μακριά δόρατα που έφθαναν σε μήκος τα 5,5 μέτρα κλείνουν τις γραμμές τους, οι πολιορκητικές μηχανές πλησιάζουν τα τείχη. Πιο πίσω όμως από τους χιλιάδες ενόπλους κινείται μια ετερόκλητη ομάδα που απαρτίζεται από γιατρούς, μηχανικούς, γραφείς, οδηγούς, διερμηνείς, ιστοριογράφους, φιλοσόφους, μάντεις, τεχνίτες, ακόμη και ηθοποιούς. Αποτελούν ένα μεταβαλλόμενο δίκτυο, έναν δεύτερο «αφανή στρατό».
Λεπτομέρεια από το Ψηφιδωτό του Μεγάλου Αλεξάνδρου που ανακαλύφθηκε σε ανασκαφές του 1831 στην Πομπηία (πηγή, Wikipedia).
Η στρατιά προχωρεί, ο χάρτης αλλάζει
Οταν οι Μακεδόνες περνούν τον Ελλήσποντο την άνοιξη του 334 π.Χ., δεν κρατούν στα χέρια τους έναν ακριβή χάρτη της Ασίας. Γνωρίζουν τις μεγάλες διαδρομές, τις σημαντικές και κάποιες υποδεέστερες πόλεις και ποτάμια από παλαιότερους συγγραφείς, εμπόρους και στρατιώτες, όμως αυτή η γνώση δεν αρκεί για την καθημερινή κίνηση δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων και ζώων. Η στρατιά προχωρεί πάνω στο εκτεταμένο οδικό δίκτυο που είχε δημιουργήσει η περσική αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών, συμβουλεύεται τοπικούς οδηγούς, αναζητεί περάσματα, νερό και τροφή, και, όσο κινείται, αποκτά ακριβέστερη γνώση του εδάφους και των αποστάσεων. Κάθε απόφαση απαιτεί πρακτικές απαντήσεις: πόσο απέχει ο επόμενος ποταμός, αν οι άμαξες μπορούν να περάσουν από το μονοπάτι, πού μπορούν να στρατοπεδεύσουν οι μονάδες, πότε αρχίζουν οι βροχές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η γεωγραφική γνώση διαμορφώνεται μέσα από τις άμεσες ανάγκες της εκστρατείας και διευρύνεται καθώς η στρατιά επιχειρεί να διασχίσει και να ελέγξει εκτάσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τον έως τότε ορίζοντα των Μακεδόνων.
Η νίκη του Αλεξάνδρου επί του Πώρου (πίνακας φιλοτεχνημένος από τον Charles-André van Loo την περίοδο 1705–1765).
Αυτή ακριβώς η πλευρά της εκστρατείας υποχρεώνει και τη σύγχρονη ιστοριογραφία να είναι προσεκτική. Η παλιά εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου ως ρομαντικού εξερευνητή, μαθητή του Αριστοτέλη που ξεκινά για να αποκαλύψει τα μυστικά της φύσης, μπορεί μεν να ασκεί μεγάλη γοητεία, αλλά υπεραπλουστεύει τα κίνητρα και τις συνθήκες. Κατά τη διάρκεια της πορείας του, η περιέργεια, η φιλοδοξία, η στρατηγική ανάγκη και η επιδίωξη της δόξας λειτουργούσαν συχνά ταυτόχρονα. Οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται για τους δρόμους, τις αποστάσεις, τις πηγές νερού και τις δυνατότητες ανεφοδιασμού έχουν άμεση χρησιμότητα για την κίνηση και την οργάνωση του μακεδονικού στρατεύματος.
Ο καίριος ρόλος των βηματιστών
Μια από τις πιο χαρακτηριστικές ομάδες ειδικών που συνοδεύουν τη στρατιά είναι οι βηματιστές, εκπαιδευμένοι μετρητές που να υπολογίζουν τις αποστάσεις από τον ρυθμό και τον αριθμό των βημάτων τους. Οι πηγές διασώζουν κυρίως τα ονόματα του Διόγνητου και του Βαίτωνα, οι οποίοι καταγράφουν τμήματα της διαδρομής, σταθμούς και αποστάσεις. Οι μετρήσεις τους μετατρέπουν μια άγνωστη πορεία σε ακολουθία υπολογίσιμων διαδρομών και βοηθούν στον σχεδιασμό των ημερήσιων μετακινήσεων και του ανεφοδιασμού. Ωστόσο θα πρέπει να τονίσουμε πως δεν υπάρχουν ασφαλείς αποδείξεις ότι οι βηματιστές του Αλεξάνδρου χρησιμοποιούσαν μηχανικό οδόμετρο, όπως κατά καιρούς έχει γραφτεί.
Ο Αλέξανδρος κόβει τον γόρδιο δεσμό (Ζαν Σιμόν Μπαρτελεμί, 18ος αιώνας).
Οι μηχανικοί πίσω από τα τείχη
Ο Ρωμαίος αρχιτέκτονας, μηχανικός και συγγραφέας Μάρκος Βιτρούβιος Πολλίων αναφέρει, περίπου τρεις αιώνες αργότερα, ότι στο στράτευμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου υπηρετούν ο Διάδης και ο Χαρίας, μαθητές του στρατιωτικού μηχανικού Πολύειδου του Θεσσαλού. Ο Πολύειδος είχε εργαστεί για τον Φίλιππο Β΄, αναπτύσσοντας πολιορκητικές μηχανές κατά την πολιορκία του Βυζαντίου. Ο Διάδης συνδέεται με φορητούς πολιορκητικούς πύργους, κριούς και διατρητικές μηχανές, σχεδιασμένες ώστε να αποσυναρμολογούνται, να μεταφέρονται και να συναρμολογούνται ξανά κοντά στα εχθρικά τείχη.
Η κατάληψη της νησιωτικής φοινικικής πόλης της Τύρου το 332 π.Χ., απέναντι από τις ακτές του σημερινού Λιβάνου, απαιτούσε μια σύνθετη επιχείρηση που διήρκεσε περίπου επτά μήνες. Οι Μακεδόνες κατασκεύασαν μόλο που ένωνε την ακτή με το νησί, ύψωσαν πολιορκητικούς πύργους για να προστατεύονται οι εργάτες όσο δούλευαν και μετέτρεψαν πλοία σε πλωτές βάσεις για κριούς και καταπέλτες. Κάθε αντίδραση των Τυρίων υποχρέωνε τους μηχανικούς να τροποποιούν τις κατασκευές και τις μεθόδους τους. Η πολύμηνη πολιορκία εξελίχθηκε σε μία από τις εντυπωσιακότερες επιχειρήσεις εφαρμοσμένης μηχανικής της αρχαιότητας και ολοκληρώθηκε με την αιματηρή άλωση της πόλης.
Ο Αλέξανδρος στο Μαντείο των Δελφών (Λουί Ζαν Φρανσουά Λαγκρενέ, 1789).
Ο άνθρωπος που έγραφε τη νίκη
Την ίδια ώρα, ο Καλλισθένης από την Ολυνθο της Χαλκιδικής, συγγενής και μαθητής του Αριστοτέλη, είχε μια διαφορετική αποστολή. Ακολουθεί τη βασιλική αυλή ως ιστοριογράφος και συνθέτει την αφήγηση των κατορθωμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σε μια εποχή κατά την οποία η καταγραφή ενός πολέμου αποτελούσε και πολιτική πράξη. Δεν είναι «πολεμικός ανταποκριτής» με τη σύγχρονη έννοια, ούτε το έργο του σώζεται για να ελέγξουμε την έκταση της ανεξαρτησίας του. Τα αποσπάσματα και οι αναφορές δείχνουν πάντως ότι η γραφή του εντάσσει την εκστρατεία σε ένα πανελλήνιο και ηρωικό πλαίσιο, προβάλλοντας τον Αλέξανδρο στο ευρύ κοινό. Ο επικεφαλής του αρχαίου ελληνικού βασιλείου της Μακεδονίας επεδίωκε να συνοδεύει τη στρατιωτική επικράτηση με την άμεση καταγραφή και ερμηνεία της. Χρειαζόταν μια αφήγηση ικανή να προσδώσει στην εκστρατεία του ιστορικό βάρος και να διατηρήσει τα κατορθώματά του στη μνήμη των επόμενων γενεών.
Η σχέση του Καλλισθένη με τον Αλέξανδρο επιδεινώνεται όταν ο βασιλιάς αρχίζει να υιοθετεί περσικά έθιμα στην αυλή του. Ανάμεσά τους είναι και η προσκύνηση, δηλαδή η τελετουργική υπόκλιση μπροστά στον μονάρχη. Ο Καλλισθένης αντιδρά, επειδή στην ελληνική παράδοση μια τέτοια τιμή απευθύνεται κυρίως στους θεούς. Η στάση του τον φέρνει σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Αλέξανδρο.
Το 327 π.Χ. θα αποκαλυπτόταν σχέδιο δολοφονίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου από μια ομάδα βασιλικών παίδων, νεαρών Μακεδόνων αριστοκρατών που υπηρετούν στην αυλή. Ο Καλλισθένης συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι εκείνος τους έχει επηρεάσει, χωρίς ωστόσο η συμμετοχή του να αποδεικνύεται. Οι αρχαίες πηγές διαφωνούν και για το τέλος του. Κάποιες αναφέρουν ότι βασανίζεται και εκτελείται, ενώ άλλες ότι παρέμεινε φυλακισμένος και πέθανε από ασθένεια. Ο ανώτατος αξιωματούχος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ιστορικός Αρριανός, που έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ. (δηλαδή περίπου τεσσερισήμισι αιώνες μετά τον Μέγα Αλέξανδρο) καταγράφει αυτές τις διαφορετικές εκδοχές για τον θάνατο του Καλλισθένη και κρατά επιφυλάξεις για το εάν και κατά πόσο ήταν ένοχος.
Ο Αλέξανδρος εμπιστεύεται τον ιατρό Φίλιππο (Χένρικ Σιεμιράντζκι, 1870).
Ο Καλλισθένης δεν είναι όμως ο μόνος που κατέγραφε τα τεκταινόμενα δίπλα στον βασιλιά. Ο Χάρης ο Μυτιληναίος, ανώτερος αξιωματούχος της αυλής με αρμοδιότητα να παρουσιάζει τους επισκέπτες στον βασιλιά, ένα αξίωμα δανεισμένο από την περσική αυλή, καταγράφει επίσης σκηνές από την καθημερινή ζωή και το τελετουργικό γύρω από τον Αλέξανδρο.
Μετά τον θάνατο του στρατηλάτη, ο Πτολεμαίος, ένας από τους στρατηγούς του και μετέπειτα ιδρυτής της δυναστείας που θα κυβερνούσε την Αίγυπτο, συνθέτει τη δική του αφήγηση για την εκστρατεία. Το ίδιο κάνει και ο Αριστόβουλος, επίσης μέλος της εκστρατείας, που φαίνεται ότι είχε αναλάβει και τεχνικά καθήκοντα. Οι αφηγήσεις τους θα αποτελέσουν αργότερα βασικές πηγές του Αρριανού.
Ο Ονησίκριτος, πηδαλιούχος της βασιλικής ναυαρχίδας, γράφει για τα όσα συνέβησαν στην Ινδία και τη θαλάσσια πορεία, αν και αρκετές περιγραφές του προκαλούν ήδη από την αρχαιότητα δυσπιστία. Ο δε Νέαρχος, επικεφαλής του στόλου, καταγράφει αναλυτικά το ταξίδι από τις εκβολές του Ινδού μέχρι τον Περσικό Κόλπο. Κανένα από αυτά τα έργα αυτά δεν σώζεται ακέραιο· το περιεχόμενό τους επιβιώνει μέσα από αποσπάσματα και παραπομπές μεταγενέστερων συγγραφέων, οι οποίοι συχνά παραδίδουν διαφορετικές εκδοχές των ίδιων γεγονότων.
Γιατροί στην πρώτη γραμμή
Οι πηγές κατονομάζουν επίσης αρκετούς γιατρούς που είχε μαζί του ο Μέγας Αλέξανδρος, αν και δεν τεκμηριώνουν ένα ενιαίο «υγειονομικό σώμα». Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Φίλιππος ο Ακαρνάνας, συνονόματος του πατέρα του Αλεξάνδρου και έμπιστος θεραπευτής του από τα νεανικά του χρόνια. Πρόκειται για τον γιατρό που αναλαμβάνει να θεραπεύσει τον Μέγα Αλέξανδρο στην Ταρσό το 333 π.Χ., όταν καθηλώθηκε από τον υψηλό πυρετό. Το περιστατικό καθιστά τον Φίλιππο έναν από τους γνωστότερους γιατρούς της εκστρατείας. Η καθημερινή εργασία των υπόλοιπων θεραπευτών αφήνει πολύ ασθενέστερο ίχνος στις πηγές. Οι χιλιάδες περιπτώσεις ασθενειών, εξάντλησης και μολυσμένων τραυμάτων που καλούνται να αντιμετωπίσουν κατά τη δεκαετή πορεία του στρατεύματος σπάνια περιγράφονται από τους αρχαίους συγγραφείς και όποτε γίνεται κάτι τέτοιο είναι σε αδρές γραμμές.
Ο νεαρός Αλέξανδρος και ο δάσκαλός του, Αριστοτέλης (Charles Laplante, π. 1866).
Οι αρχαίες πηγές διαφωνούν ακόμη και για το ποιος περιποιήθηκε ένα από τα σοβαρότερα τραύματα του Αλεξάνδρου. Κατά την επίθεση σε μια οχυρωμένη πόλη των Μαλλών, στην περιοχή του σημερινού Πακιστάν, ένα βέλος διαπερνά τον θώρακά του και ο βασιλιάς καταρρέει αιμόφυρτος. Σύμφωνα με μία εκδοχή, ο γιατρός Κριτόδημος από την Κω του ανοίγει την πληγή και αφαιρεί το βέλος. Μια διαφορετική αφήγηση αναφέρει ότι εκείνη τη στιγμή δεν βρίσκεται κοντά του γιατρός και την επέμβαση αναλαμβάνει ο Περδίκκας, ένας από τους στενότερους αξιωματικούς του. Στη δε Ινδία, όταν οι Ελληνες δεν διαθέτουν αποτελεσματική θεραπεία για ορισμένα δηλητηριώδη δαγκώματα, καλούνται ντόπιοι θεραπευτές. Η ιατρική γνώση αν μη τι άλλο δεν κινείται αποκλειστικά από τη Μεσόγειο προς την Ασία· ο πολυπληθής μακεδονικός στρατός μαθαίνει πολύτιμες πληροφορίες περίθαλψης και ίασης κι από τους ανθρώπους που συναντά στο διάβα του.
Οι φιλόσοφοι και το όριο της εξουσίας
Ο Ανάξαρχος από τα Αβδηρα, ένας από τους φιλοσόφους που συνοδεύουν τον Αλέξανδρο, εμφανίζεται στις πηγές ως στενός συνομιλητής του. Το 328 π.Χ. βρίσκεται κοντά του, μετά τον φόνο του Κλείτου του Μέλα από τον Αλέξανδρο, ενός παλαιού και έμπειρου αξιωματικού του μακεδονικού ιππικού, ο οποίος είχε υπηρετήσει υπό τον Φίλιππο Β΄ και είχε σώσει τη ζωή του βασιλιά στη μάχη του Γρανικού. Κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου στη Μαράκανδα, τη σημερινή Σαμαρκάνδη, ο Κλείτος επικρίνει τον ηγεμόνα για την υιοθέτηση περσικών εθίμων.
Η λογομαχία οξύνεται και ο Αλέξανδρος, εξαγριωμένος και υπό την επήρεια του κρασιού, τον σκοτώνει με ένα δόρυ. Οταν συνειδητοποιεί τι έχει κάνει και κατακλύζεται από ενοχές, ο Ανάξαρχος φέρεται να τον παρηγορεί, υποστηρίζοντας ότι όσα αποφασίζει κάθε φορά ο βασιλιάς πρέπει να θεωρούνται δίκαια. Τα ακριβή λόγια του δεν μπορούν να εξακριβωθούν, καθώς η σκηνή παραδίδεται από μεταγενέστερους συγγραφείς. Η στάση που του αποδίδουν πάντως, είναι σαφής. Επιχειρεί να απαλλάξει τον Αλέξανδρο από την προσωπική ευθύνη για τον φόνο που έχει διαπράξει. Μαζί με τον Ανάξαρχο σύμφωνα με την μεταγενέστερη παράδοση φέρεται να μετέχει στην εκστρατεία και ο Πύρρων από την Ηλιδα, ο φιλόσοφος από τον οποίο πήρε αργότερα το όνομά της η πυρρώνεια σκεπτική φιλοσοφία.
Χάρτης που παρουσιάζει την έκταση της Αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου (Benedetto Marzolla, 1847).
Η συνάντηση με τους «γυμνοσοφιστές»
Το 326 π.Χ., στα Τάξιλα, μια μεγάλη πόλη στην περιοχή του σημερινού Πακιστάν, οι Ελληνες έρχονται σε επαφή με Ινδούς ασκητές και δασκάλους, τους οποίους οι πηγές ονομάζουν «γυμνοσοφιστές», δηλαδή «γυμνούς σοφούς». Ο ελληνικός αυτός όρος καλύπτει διαφορετικές ομάδες ανθρώπων που ακολουθούν ασκητικό τρόπο ζωής, χωρίς να αντιστοιχεί σε μία συγκεκριμένη φιλοσοφική σχολή. Ο Ονησίκριτος, ναυτικός και συγγραφέας που συμμετέχει στην εκστρατεία, αναφέρει ότι ο Αλέξανδρος τον στέλνει να συνομιλήσει μαζί τους.
Στη διήγησή του οι Ινδοί σοφοί μιλούν για τη λιτή ζωή, την εγκράτεια και την περιφρόνηση του πλούτου, θέματα οικεία στους Κυνικούς φιλοσόφους της Ελλάδας. Οι δικές τους απόψεις φθάνουν έτσι στο ελληνικό κοινό μέσα από τον τρόπο με τον οποίο τις κατανοεί και τις αποδίδει ο Ονησίκριτος. Ενας απ’ αυτούς, ο Κάλανος, δέχεται να εγκαταλείψει την πατρίδα του και ακολουθεί τον Αλέξανδρο έως την Περσία. Εκεί αρρωσταίνει και ζητεί να πεθάνει προτού η ασθένεια τον καταστήσει ανήμπορο. Ο Αλέξανδρος προσπαθεί αρχικά να τον μεταπείσει, τελικά όμως διατάζει να ετοιμαστεί η πυρά που έχει ζητήσει ο ίδιος ο Κάλανος. Ο Ινδός ασκητής ανεβαίνει στην πυρά, ξαπλώνει μπροστά στο συγκεντρωμένο στράτευμα και, σύμφωνα με τις ελληνικές αφηγήσεις, μένει ακίνητος όταν ανάβει η φωτιά. Οι Μακεδόνες βλέπουν στην πράξη του αταραξία και περιφρόνηση του θανάτου. Οι ίδιες αφηγήσεις καταγράφουν κυρίως την εντύπωση που προκαλεί στους παριστάμενους το συγκεκριμένο θέαμα.
Η ίδια η αφήγηση του Ονησίκριτου πάντως δείχνει πόσο δύσκολη ήταν η επικοινωνία του με τον τοπικό πληθυσμό. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως η συνομιλία του με τον Ινδό σοφό Μανδάνη πέρασε από τρεις διαδοχικούς διερμηνείς, κανένας από τους οποίους δεν κατονομάζεται. Αντίστοιχα, σπάνια καταγράφονται και τα ονόματα των τοπικών οδηγών, ναυτικών, θεραπευτών και πληροφορητών που υποδεικνύουν περάσματα, πηγές νερού ή ιδιότητες φυτών. Οι γνώσεις τους περνούν στα έργα των συγγραφέων, οι ίδιοι όμως δεν αποτυπώνονται στην αφήγηση.
Ο Νέαρχος χαρτογραφεί την επιστροφή
Το 325 π.Χ. ο Νέαρχος, έμπιστος αξιωματικός κρητικής καταγωγής, αναλαμβάνει να οδηγήσει τον στόλο από τις εκβολές του Ινδού προς τον Περσικό Κόλπο. Ο Ονησίκριτος βρίσκεται στο πηδάλιο της βασιλικής ναυαρχίδας, υπεύθυνος για την ασφαλή πλεύση του πλοίου. Αργότερα παρουσιάζει τον εαυτό του ως διοικητή ολόκληρου του στόλου, ισχυρισμό που ο Αρριανός απορρίπτει, διευκρινίζοντας ότι την ανώτατη διοίκηση έχει ο Νέαρχος.
Η αποστολή καλείται να εξακριβώσει εάν η θαλάσσια διαδρομή από τον Ινδό προς τη Μεσοποταμία είναι πλεύσιμη και να καταγράψει την ακτογραμμή. Σε κάθε στάση σημειώνονται από εξειδικευμένο προσωπικό οι αποστάσεις, τα αγκυροβόλια, οι εκβολές των ποταμών, τα νησιά, οι άνεμοι και τα σημεία όπου μπορεί να βρεθεί πόσιμο νερό ή τροφή. Μάλιστα στις άνυδρες ακτές της Γεδρωσίας, στη σημερινή παράκτια ζώνη του Μακράν ανάμεσα στο Πακιστάν και το Ιράν, τα πληρώματα αναζητούσαν συχνά νερό σε μεγάλη απόσταση από τη θάλασσα. Η αναφορά του Νεάρχου δεν σώζεται αυτούσια. Μεγάλο μέρος της περνά στα «Ινδικά» του Αρριανού, του Ελληνα ιστορικού της ρωμαϊκής εποχής, ο οποίος γράφει περίπου τεσσερισήμισι αιώνες μετά την εκστρατεία και χρησιμοποιεί το έργο του ναυάρχου ως βασική πηγή για το ταξίδι.
Ακολουθούν νέες αναγνωριστικές αποστολές προς τις αραβικές ακτές με μικρά πλοία τριάντα κωπηλατών. Τις αναλαμβάνουν διαδοχικά ο Αρχίας, ο Ανδροσθένης και ο Ιέρων, αξιωματικοί και ναυτικοί της εκστρατείας, με εντολή να εξετάσουν τα νησιά και τις ακτές της Αραβικής Χερσονήσου. Ο Ιέρων φθάνει μακρύτερα από τους άλλους, επιστρέφει όμως χωρίς να ολοκληρώσει τον περίπλου που του έχει ανατεθεί. Από τα αρχικά κείμενα αυτών των ταξιδιών σώζονται κυρίως παραπομπές: ο Θεόφραστος αξιοποιεί πληροφορίες τους για φυτά, οι γεωγράφοι Ερατοσθένης και Στράβων για τη μορφή και τις αποστάσεις των νέων περιοχών, ενώ ο Πλίνιος καταγράφει αργότερα ονόματα τόπων και περιγραφές της φύσης. Το υλικό φθάνει έως εμάς κατανεμημένο σε διαφορετικά έργα, γραμμένα σε διάστημα πολλών αιώνων.
Οταν η Ινδία περνά στα ελληνικά βιβλία
Οι άνθρωποι που επιστρέφουν από την εκστρατεία φέρνουν στη Μεσόγειο περιγραφές φυτών, ζώων, καλλιεργειών και ποταμών που οι περισσότεροι Ελληνες γνώριζαν έως τότε μέσα από παλαιότερες, συχνά μυθικές διηγήσεις. Ο Θεόφραστος, ο μαθητής και διάδοχος του Αριστοτέλη στο Λύκειο της Αθήνας, παραμένει στην Ελλάδα και αξιοποιεί τις πληροφορίες ανθρώπων που ακολούθησαν τον Αλέξανδρο. Στο έργο του «Περί φυτών ιστορία» περιγράφει, μεταξύ άλλων, την ινδική συκιά, το σημερινό μπανιάν, που απλώνει κλαδιά προς το έδαφος και δημιουργεί νέους κορμούς, το φυτό που παράγει ίνες σαν μαλλί, δηλαδή το βαμβάκι, και το πιπέρι.
Πολύ πιο αβέβαιη είναι η γνωστή ιστορία ότι ο Αλέξανδρος οργανώνει συστηματικές αποστολές δειγμάτων προς τον Αριστοτέλη. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, ο Ρωμαίος λόγιος που γράφει τη «Φυσική Ιστορία» σχεδόν τέσσερις αιώνες αργότερα, υποστηρίζει ότι ο βασιλιάς θέτει χιλιάδες κυνηγούς, ψαράδες και άλλους συλλέκτες στη διάθεση του παλιού δασκάλου του. Καμία σύγχρονη πηγή που αφορά την εκστρατεία δεν επιβεβαιώνει αυτή την πληροφορία. Τεκμηριώνεται ασφαλέστερα η κυκλοφορία προφορικών μαρτυριών και γραπτών αναφορών από ναυτικούς, αξιωματικούς και συγγραφείς.
Οι καλλιτέχνες διαμορφώνουν τη βασιλική εικόνα
Καθώς η επικράτεια του Αλεξάνδρου μεγαλώνει, αγάλματα, ζωγραφικά έργα και πολύτιμοι λίθοι με χαραγμένη τη μορφή του κυκλοφορούν σε πόλεις αρκετά μακριά από τη βασιλική αυλή. Την εικόνα του αναλαμβάνουν να αποδώσουν τρεις καλλιτέχνες που συνδέονται στενά με το παλάτι: ο Λύσιππος στη γλυπτική, ο Απελλής στη ζωγραφική και ο Πυργοτέλης στη χάραξη πολύτιμων λίθων. Σύμφωνα με τον Πλίνιο, ο Αλέξανδρος επιτρέπει μόνο σε αυτούς να φιλοτεχνούν το επίσημο πορτρέτο του, ο καθένας στη δική του τέχνη.
Επειδή όμως ο Ρωμαίος συγγραφέας καταγράφει την πληροφορία πολλούς αιώνες αργότερα, η αποκλειστικότητα παραμένει μια αρχαία παράδοση που δεν επιβεβαιώνεται από ανεξάρτητη πηγή. Αβέβαιο είναι επίσης εάν οι τρεις καλλιτέχνες ακολουθούν διαρκώς την εκστρατεία. Ο Πλούταρχος αποδίδει στον Λύσιππο την πιο πιστή απεικόνιση του βασιλιά και σημειώνει ότι ο γλύπτης αποδίδει με ακρίβεια τη μικρή κλίση του κεφαλιού προς τα αριστερά και το ιδιαίτερο βλέμμα του. Αυτά τα στοιχεία, μαζί με τα πλούσια μαλλιά που ανασηκώνονται πάνω από το μέτωπο και το νεανικό, αγένειο πρόσωπο, επαναλαμβάνονται σε μεταγενέστερες απεικονίσεις και κάνουν τον Αλέξανδρο άμεσα αναγνωρίσιμο. Κανένα βέβαιο πρωτότυπο πορτρέτο που φιλοτεχνείται όσο ζει δεν έχει σωθεί· την εικόνα του ανασυνθέτουμε από αντίγραφα, νομίσματα της εποχής των Διαδόχων και λογοτεχνικές περιγραφές. Τα πορτρέτα προσθέτουν στα φυσικά χαρακτηριστικά του Αλεξάνδρου σύμβολα στρατιωτικής και θεϊκής εξουσίας. Ο Απελλής για παράδειγμα τον ζωγραφίζει να κρατά τον κεραυνό του Δία, ενώ σε άλλες παραστάσεις εμφανίζεται με δόρυ ή πανοπλία.
Θέατρο από την Τύρο έως τα Σούσα
Ηθοποιοί, μουσικοί και άλλοι επαγγελματίες του θεάματος βρίσκονται στην αυλή κάθε φορά που ο Αλέξανδρος οργανώνει γιορτές, αγώνες ή τελετές. Η παρουσία τους είναι συχνά προσωρινή. Καλούνται από πόλεις του ελληνικού κόσμου και μετακινούνται εκεί όπου βρίσκεται κάθε φορά το κέντρο της εξουσίας. Στη φοινικική Τύρο, στη σημερινή ακτή του Λιβάνου, ο Αλέξανδρος διοργανώνει το 331 π.Χ. αγώνες τραγικών ηθοποιών μετά την επιστροφή του από την Αίγυπτο. Οι Κύπριοι βασιλείς αναλαμβάνουν τον ρόλο των χορηγών, πληρώνουν δηλαδή τα έξοδα των παραστάσεων, και δύο από τους γνωστότερους τραγικούς ηθοποιούς της εποχής, ο Αθηνόδωρος και ο Θεσσαλός, διαγωνίζονται με τη στήριξή τους. Ο Αλέξανδρος προτιμά τον Θεσσαλό, οι κριτές όμως δίνουν τη νίκη στον Αθηνόδωρο και ο βασιλιάς δηλώνει ότι αποδέχεται την απόφασή τους. Σε άλλη περίσταση εμφανίζεται στην αυλή και ο κωμικός Λύκων, ο οποίος προσθέτει σε έναν στίχο του αίτημα για δέκα τάλαντα· ο Αλέξανδρος γελά και του δίνει το τεράστιο για την εποχή ποσό. Επτά χρόνια αργότερα, ο Αθηνόδωρος και ο Θεσσαλός εμφανίζονται ξανά στις μεγάλες γιορτές της αυλής, αυτή τη φορά στα Σούσα.
Το 324 π.Χ. ο Αλέξανδρος οργανώνει μια ομαδική γαμήλια τελετή στα Σούσα, στο σημερινό Ιράν. Η πόλη αποτελεί μία από τις βασιλικές πρωτεύουσες της περσικής δυναστείας που κυβερνούσε την αυτοκρατορία πριν την κατάκτησή της από τον Μακεδόνα βασιλιά. Ο ίδιος παντρεύεται δύο γυναίκες από την περσική βασιλική οικογένεια και επιλέγει συζύγους από την περσική και τη μηδική αριστοκρατία για περίπου ογδόντα Εταίρους του, τους ανώτερους αξιωματικούς και στενούς συντρόφους του βασιλιά. Παράλληλα, περισσότεροι από 10.000 Μακεδόνες στρατιώτες που έχουν ήδη παντρευτεί γυναίκες από την Ασία καταγράφονται και λαμβάνουν γαμήλια δώρα. Η τελετή επιδιώκει να συνδέσει τη μακεδονική ηγετική ομάδα με τις ισχυρότερες οικογένειες της κατακτημένης αυτοκρατορίας. Οι παραστάσεις, η μουσική και τα συμπόσια πλαισιώνουν αυτή την πολιτική απόφαση και τη μετατρέπουν σε δημόσιο βασιλικό θέαμα, οργανωμένο και χρηματοδοτημένο από τον ίδιο τον Αλέξανδρο.
Στις δεκαετίες που ακολουθούν τον θάνατο του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., η αχανής επικράτειά του μοιράζεται ανάμεσα στους Διαδόχους, στους στρατηγούς και διοικητές που διεκδικούν την κληρονομιά του, ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι που κατέγραψαν την πορεία του χάνονται από το προσκήνιο. Τα έργα των αυτοπτών δεν φθάνουν ακέραια έως εμάς· επιβιώνουν σε αποσπάσματα, περιλήψεις και παραπομπές συγγραφέων που ζουν πολύ αργότερα και μέσω αυτών επιχειρούμε έως και σήμερα να αποτυπώσουμε αυτόν τον «αφανή στρατό» του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

