Ένα κόμμα μπορεί να βγάλει από τις αποθήκες τις παλιές σημαίες του. Το δύσκολο είναι να σταθεί απέναντι στις αρχές που αυτές υποτίθεται ότι εκπροσωπούν. Ο πυρσός της Νέας Δημοκρατίας προσφέρεται για επετειακές φωτογραφίες. Προσφέρεται όμως και για έναν πολύ πιο άβολο φωτισμό: εκείνον που πέφτει πάνω στις ευθύνες της σημερινής ηγεσίας.
Το δημοσίευμα του Μανώλη Κοττάκη στην «Εστία», στις 28 Σεπτεμβρίου, συνδέει την υπόθεση των υποκλοπών με σενάρια πρόωρων εκλογών και εσωτερικούς προβληματισμούς στο πρωθυπουργικό περιβάλλον. Περιλαμβάνει επίσης ισχυρισμούς για πιέσεις του Ταλ Ντίλιαν και ενδεχόμενη δημοσιοποίηση στοιχείων. Οι περιγραφές αυτές παραμένουν πληροφορίες και εκτιμήσεις του συντάκτη, χωρίς ανεξάρτητη επιβεβαίωση εδώ. Δεν τεκμηριώνουν από μόνες τους ούτε μυστική συμφωνία ούτε ειλημμένη απόφαση για κάλπες.
Αναδεικνύουν, ωστόσο, ένα απολύτως θεμιτό πολιτικό ερώτημα: πόσο μπορεί μια κυβέρνηση να επενδύει στην εικόνα της σταθερότητας, όταν η δημόσια συζήτηση επιστρέφει επίμονα στη λειτουργία και στον έλεγχο της εξουσίας;
Η κυβερνητική θέση έχει διατυπωθεί: ο Παύλος Μαρινάκης έχει επικαλεστεί τη δικαστική διερεύνηση και την αρχειοθέτηση του σκέλους που αφορά κρατικούς λειτουργούς, ενώ έχει παραπέμψει τυχόν νέα στοιχεία στη Δικαιοσύνη. Αυτή η θέση πρέπει να καταγράφεται. Η πολιτική αξιολόγησή της, όμως, ανήκει στους πολίτες.
Η εκκρεμότητα μιας δικαστικής διαδικασίας δεν καταργεί την υποχρέωση μιας κυβέρνησης να λογοδοτεί. Οι ποινικές ευθύνες κρίνονται στις αρμόδιες αίθουσες. Η επάρκεια της εποπτείας, η διαφάνεια και η αξιοπιστία των απαντήσεων κρίνονται καθημερινά στον δημόσιο χώρο.
Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Μια ηγεσία που ζητά να πιστώνεται προσωπικά τις επιτυχίες της διακυβέρνησης οφείλει να δέχεται και τον αντίστοιχο έλεγχο. Η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να λειτουργεί σαν ασανσέρ: να ανεβαίνει στο πρωθυπουργικό γραφείο όταν έρχονται τα εύσημα και να κατεβαίνει στους υφισταμένους όταν αρχίζουν οι δύσκολες ερωτήσεις.
Το ίδιο ισχύει για τα εκλογικά σενάρια. Οι ημερομηνίες, οι εισηγήσεις και οι φήμες περί αποχώρησης χρειάζονται τεκμηρίωση. Αλλά όποτε κι αν στηθούν οι κάλπες, κανένα εκλογικό αποτέλεσμα δεν υποκαθιστά τη διερεύνηση μιας σοβαρής υπόθεσης. Η ψήφος δίνει εντολή διακυβέρνησης. Δεν εξαφανίζει τα ερωτήματα του παρελθόντος.
Όποιος θεωρεί ότι μια εκλογική αναμέτρηση μπορεί να λειτουργήσει ως γενικό πλυντήριο πολιτικών ευθυνών υποτιμά και τους θεσμούς και τους ψηφοφόρους.
Υπάρχει, επιπλέον, η ευθύνη της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας. Οι βουλευτές και τα στελέχη της έχουν δημόσιο ρόλο και προσωπική ευθύνη. Η κομματική πειθαρχία δεν τους απαλλάσσει από την υποχρέωση να ζητούν στοιχεία, να ελέγχουν και να απαιτούν εξηγήσεις. Η ιστορική διαδρομή μιας παράταξης δεν παραχωρείται ως προσωπική εγγύηση αξιοπιστίας σε κάθε αρχηγό της.
Αν θέλουν να τιμήσουν τον πυρσό, ας επιτρέψουν στο φως του να φτάσει και στα δύσκολα. Στον ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο. Στην εξέταση κάθε νέου στοιχείου. Στις καθαρές απαντήσεις για το ποιος γνώριζε, ποιος αποφάσιζε και ποιος είχε την ευθύνη της εποπτείας.
Για τον πολίτη, άλλωστε, η αξιοπιστία της εξουσίας έχει πρακτικό περιεχόμενο. Ζητά κανόνες που εφαρμόζονται σε όλους και έναν κρατικό μηχανισμό που ελέγχεται. Όταν του ζητούν εμπιστοσύνη, δικαιούται να ζητά αποδείξεις ότι αυτή αξίζει.
Ο Μητσοτάκης μπορεί να επιλέγει την επικοινωνιακή του στρατηγική. Το βάρος των ερωτημάτων, όμως, δεν ελέγχεται με τον ίδιο τρόπο. Κάθε ανεπαρκής απάντηση αφήνει χώρο στην αμφισβήτηση· κάθε ουσιαστική εξήγηση επιτρέπει στον πολίτη να κρίνει.
Ο πυρσός θα «καίει» πολιτικά όσο η επίκληση της ιστορίας αποδεικνύεται ευκολότερη από τη λογοδοσία. Και καμία επετειακή σημαία δεν είναι αρκετά μεγάλη για να σκεπάσει αυτή την απόσταση.

