Η Δυτική Αττική δεν χρειάζεται φωτογραφικές εφόδους. Χρειάζεται κράτος, σχολείο, νόμο και κοινωνική ένταξη χωρίς ψεύτικη ευαισθησία.
Η εικόνα από τους καταυλισμούς της Δυτικής Αττικής δεν είναι απλώς αστυνομικό ρεπορτάζ. Είναι καθρέφτης μιας Πολιτείας που επί δεκαετίες παρίστανε ότι δεν βλέπει. Παραπήγματα, ρευματοκλοπές, καλώδια στο χώμα, παιδιά μέσα στα σκουπίδια, σχολική διαρροή, άτυπη οικονομία, εγκληματικά κυκλώματα, τηλεφωνικές απάτες, κλοπές μετάλλων, πυροβολισμοί, φωτιές, φόβος, φτώχεια και πολιτική εκμετάλλευση. Όλα μαζί. Όχι σε κάποια μακρινή χώρα. Στη Δυτική Αττική, δίπλα στην Αθήνα.
Και εδώ αρχίζει η μεγάλη απάτη του δημόσιου λόγου: άλλοι βλέπουν μόνο την παραβατικότητα και θέλουν συλλογική τιμωρία. Άλλοι βλέπουν μόνο τη φτώχεια και κάνουν πως δεν υπάρχει έγκλημα. Και οι δύο λένε μισή αλήθεια. Άρα λένε ψέμα.
Δεν υπάρχουν «άβατα» σε δημοκρατικό κράτος
Η φράση «κανένα άβατο» ακούγεται σωστή. Και είναι σωστή. Σε μια δημοκρατική Πολιτεία δεν μπορεί να υπάρχουν περιοχές όπου ο νόμος δεν μπαίνει, όπου η αστυνομία φοβάται, όπου οι κάτοικοι γύρω ζουν με την αίσθηση εγκατάλειψης και όπου η παρανομία γίνεται καθημερινότητα.
Η ρευματοκλοπή δεν είναι «έθιμο». Είναι παράνομη και επικίνδυνη πράξη. Μπορεί να σκοτώσει ανθρώπους, να προκαλέσει φωτιές, να τινάξει στον αέρα ολόκληρες γειτονιές. Οι τηλεφωνικές απάτες σε ηλικιωμένους δεν είναι «κοινωνικό σύμπτωμα» μόνο. Είναι κανονικό έγκλημα, με θύματα ανυπεράσπιστους ανθρώπους. Οι κλοπές καλωδίων, οι φθορές σε υποδομές, οι άσκοποι πυροβολισμοί, οι συμμορίες και τα κυκλώματα δεν μπορούν να καλύπτονται πίσω από καμία ταυτότητα, καμία κοινότητα, καμία επίκληση περιθωριοποίησης.
Ο νόμος πρέπει να εφαρμόζεται. Τελεία.
Αλλά η εφαρμογή του νόμου δεν μπορεί να είναι εποχική. Δεν μπορεί να θυμάται το κράτος τους καταυλισμούς όταν χρειάζεται κάμερες, τίτλους και πολιτικό μήνυμα. Δεν μπορεί η Πολιτεία να εξαφανίζεται για χρόνια και να εμφανίζεται ξαφνικά με κράνη, drones και εισαγγελείς, σαν να ανακάλυψε μόλις τώρα την πραγματικότητα.
Το κράτος πρώτα εγκατέλειψε και μετά έκανε τον έκπληκτο
Ας τελειώνουμε με την υποκρισία. Οι καταυλισμοί δεν φύτρωσαν μόνοι τους. Η εξαθλίωση δεν έπεσε από τον ουρανό. Η γκετοποίηση δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα δεκαετιών κρατικής ανεπάρκειας, δημοτικής αδιαφορίας, πελατειακής πολιτικής, φτώχειας, εκπαιδευτικής αποτυχίας και κοινωνικού αποκλεισμού.
Όταν παιδιά μεγαλώνουν δίπλα σε χωματερές, όταν οικογένειες ζουν χωρίς ασφαλές ρεύμα, χωρίς κανονικές υποδομές, χωρίς σταθερή πρόσβαση σε υγεία και εκπαίδευση, τότε το κράτος δεν δικαιούται να παριστάνει τον αυστηρό τιμητή. Πρώτα υπήρξε απών. Μετά έγινε κατασταλτικός. Και στο ενδιάμεσο άφησε χώρο σε κυκλώματα, μεσάζοντες, παράνομους εργοδότες, μάντρες σκραπ, πολιτικούς προστάτες και κάθε είδους εκμεταλλευτές.
Η παραβατικότητα δεν δικαιολογείται. Αλλά ούτε και γεννιέται σε κενό αέρος.
Όταν η Πολιτεία αφήνει μια κοινότητα στο περιθώριο, δημιουργεί το τέλειο περιβάλλον για να ανθίσει η Λερναία Ύδρα της παρανομίας. Και μετά στέλνει την αστυνομία να κόψει κεφάλια, ενώ το σώμα του προβλήματος μένει άθικτο.
Οι Ρομά δεν είναι όλοι εγκληματίες. Οι εγκληματίες όμως δεν είναι άτρωτοι επειδή είναι Ρομά
Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να ειπωθεί καθαρά, χωρίς φόβο και χωρίς δηλητήριο.
Δεν υπάρχει συλλογική ενοχή. Δεν είναι όλοι οι Ρομά παραβατικοί. Δεν είναι όλοι μέρος κυκλωμάτων. Δεν είναι όλοι ίδιοι. Υπάρχουν παιδιά που πηγαίνουν σχολείο. Υπάρχουν οικογένειες που προσπαθούν να σταθούν όρθιες. Υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν, που θέλουν κανονική ζωή, που ασφυκτιούν μέσα στη γενίκευση και πληρώνουν το κόστος των στερεοτύπων.
Αλλά υπάρχει και η άλλη αλήθεια: όποιος κλέβει, απειλεί, εξαπατά, καταστρέφει υποδομές ή συμμετέχει σε εγκληματικά δίκτυα πρέπει να λογοδοτεί. Όχι ως Ρομά. Ως πολίτης που παρανομεί.
Η ισότητα απέναντι στον νόμο σημαίνει δύο πράγματα ταυτόχρονα: ούτε ρατσιστική στοχοποίηση, ούτε ασυλία στο όνομα της ευαισθησίας.
Η «ευαισθησία» των εκλογών μυρίζει ψήφους
Κάθε φορά που πλησιάζουν εκλογές, το πολιτικό σύστημα θυμάται τους φτωχούς, τους αόρατους, τους αποκλεισμένους. Θυμάται και τους Ρομά. Ξαφνικά ανοίγουν πόρτες, στήνονται συναντήσεις, μοιράζονται υποσχέσεις, πέφτουν μεγάλα λόγια περί ένταξης, ισότητας, συμμετοχής και κοινωνικής δικαιοσύνης.
Και μετά; Μετά επιστροφή στη σιωπή.
Αυτή είναι η πιο βρώμικη μορφή πολιτικής εκμετάλλευσης: να αντιμετωπίζεις μια κοινότητα είτε ως πρόβλημα δημόσιας τάξης είτε ως εκλογικό απόθεμα. Ποτέ ως ισότιμους πολίτες με δικαιώματα και υποχρεώσεις.
Οι καταυλισμοί δεν χρειάζονται προεκλογικές αγκαλιές. Χρειάζονται μόνιμη πολιτική. Καταγραφή. Εκπαίδευση. Υποδομές. Ένταξη στην εργασία. Σπάσιμο των κυκλωμάτων. Προστασία των παιδιών. Υγειονομική πρόσβαση. Αστυνομική παρουσία όπου υπάρχει έγκλημα. Και κοινωνική παρουσία πριν γεννηθεί το έγκλημα.
Η Δυτική Αττική δεν είναι άβατο επειδή ζουν εκεί Ρομά. Έγινε άβατο επειδή το κράτος επέτρεψε να συνυπάρχουν φτώχεια, παρανομία, εγκατάλειψη και πολιτική υποκρισία.
Η λύση δεν είναι ούτε το ρατσιστικό ουρλιαχτό ούτε η ψεύτικη προοδευτική τύφλωση.
Η λύση είναι απλή, δύσκολη και αμείλικτη:
Νόμος για όλους. Σχολείο για όλα τα παιδιά. Υποδομές για κάθε γειτονιά. Τέλος στα κυκλώματα. Τέλος στην εγκατάλειψη. Τέλος στην ψηφοθηρία πάνω στην εξαθλίωση.
Γιατί κράτος που θυμάται τους Ρομά μόνο με αστυνομικές επιχειρήσεις ή προεκλογικές υποσχέσεις δεν είναι σοβαρό κράτος.
Είναι συνένοχο.

