Ο πρώην πρωθυπουργός κατέθεσε στη δίκη για τον θάνατο του Σήφη Βαλυράκη, μιλώντας για «αδιανόητη δολοφονία» και επιβεβαιώνοντας ότι ακόμη αναζητά τον λόγο της δικής του παρακολούθησης
Με έντονη συναισθηματική φόρτιση κατέθεσε ο Αντώνης Σαμαράς στη δίκη για τον θάνατο του Σήφη Βαλυράκη, του ιστορικού στελέχους του ΠΑΣΟΚ που βρέθηκε νεκρός τον Ιανουάριο του 2021 στη θαλάσσια περιοχή της Ερέτριας.
Ο πρώην πρωθυπουργός δεν μίλησε απλώς ως πολιτικό πρόσωπο. Μίλησε ως φίλος, ως κουμπάρος και ως ο τελευταίος άνθρωπος που συνομίλησε τηλεφωνικά με τον Σήφη Βαλυράκη πριν χαθούν τα ίχνη του.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε στο δικαστήριο, ο Βαλυράκης τού τηλεφώνησε το πρωί της 24ης Ιανουαρίου 2021, με αφορμή άρθρο του στην «Καθημερινή». Λίγη ώρα αργότερα, όπως περιέγραψε, επικοινώνησε μαζί του η σύζυγος του εκλιπόντος, Μίνα Παπαθεοδώρου, ρωτώντας αν γνώριζε πού μπορεί να είχε πάει.
Η συνέχεια ήταν τραγική.
Ο Αντώνης Σαμαράς μίλησε για συντριβή και τεράστιο συγκλονισμό, απορρίπτοντας με κατηγορηματικό τρόπο κάθε εκδοχή που θα παρουσίαζε τον Σήφη Βαλυράκη ως άνθρωπο αδύναμο ή απρόσεκτο στη θάλασσα.
«Ήταν λιοντάρι», είπε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι ο πρώην υπουργός ήταν σε άριστη φυσική κατάσταση, γνώριζε τη θάλασσα και δεν ήταν άνθρωπος που θα έχανε εύκολα τον έλεγχο. Κατά την εκτίμησή του, ο θάνατος του Βαλυράκη δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνο ως αποτέλεσμα βίαιης εγκληματικής ενέργειας.
Η φράση του πρώην πρωθυπουργού ότι είναι «αδιανόητο» να πέθανε από λάθος ή αδυναμία, έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην ακροαματική διαδικασία. Όχι μόνο λόγω της πολιτικής του ιδιότητας, αλλά και λόγω της προσωπικής του σχέσης με τον εκλιπόντα.
Ο Σήφης Βαλυράκης υπήρξε μία από τις έντονες φυσιογνωμίες της μεταπολιτευτικής πολιτικής ζωής. Αγωνιστής κατά της δικτατορίας, υπουργός του ΠΑΣΟΚ, άνθρωπος με σκληρή διαδρομή και ισχυρή δημόσια παρουσία. Η υπόθεση του θανάτου του, από την πρώτη στιγμή, δεν αντιμετωπίστηκε από την οικογένειά του ως ένα απλό δυστύχημα.
Στην αίθουσα του δικαστηρίου, η κατάθεση Σαμαρά ήρθε να ενισχύσει αυτή τη θέση: ότι ο θάνατος του Βαλυράκη πρέπει να φωτιστεί πλήρως, χωρίς σκιές, χωρίς υπεκφυγές και χωρίς βολικές ερμηνείες.
Όμως η διαδικασία δεν έμεινε μόνο στα γεγονότα της Ερέτριας.
Κατά την εξέταση από τη δικηγόρο της οικογένειας, Ζωή Κωνσταντοπούλου, ο Αντώνης Σαμαράς ρωτήθηκε και για την υπόθεση των υποκλοπών. Εκεί ο πρώην πρωθυπουργός επιβεβαίωσε ότι υπήρξε θύμα παρακολούθησης, αφήνοντας σαφείς αιχμές για το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα δεν γνωρίζει τον λόγο.
Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Διότι δεν προέρχεται από έναν πολιτικό αντίπαλο της κυβέρνησης, αλλά από πρώην πρωθυπουργό της Νέας Δημοκρατίας. Και όταν ένας πρώην πρωθυπουργός δηλώνει μέσα σε δικαστήριο ότι ακόμη προσπαθεί να μάθει γιατί παρακολουθούνταν, τότε το ζήτημα δεν μπορεί να κλείσει με επικοινωνιακές απαντήσεις.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου, μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης, υποστήριξε ότι οι κρατικές υπηρεσίες γνώριζαν για τη δολοφονία Βαλυράκη πριν ενημερωθεί η οικογένειά του, ενώ έκανε λόγο και για κινητοποίηση υπηρεσιών έξω από το σπίτι της οικογένειας.
Πρόκειται για βαρύτατους ισχυρισμούς, οι οποίοι οφείλουν να εξεταστούν θεσμικά και δικαστικά με απόλυτη σοβαρότητα.
Η υπόθεση Βαλυράκη δεν είναι μία ακόμη δικαστική υπόθεση. Είναι υπόθεση μνήμης, δικαιοσύνης και θεσμικής εμπιστοσύνης. Συνδέει έναν τραγικό θάνατο στη θάλασσα της Ερέτριας με ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα για τον τρόπο λειτουργίας κρίσιμων κρατικών μηχανισμών.
Και το ερώτημα παραμένει:
Θα φωτιστεί πραγματικά η αλήθεια ή θα μείνουν όλα μισά, όπως συχνά συμβαίνει σε αυτή τη χώρα όταν οι υποθέσεις αγγίζουν ισχυρά πρόσωπα, υπηρεσίες και πολιτικές σκιές;
Η Δικαιοσύνη έχει πλέον τον λόγο. Αλλά η κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα να απαιτεί καθαρές απαντήσεις.

