Η υπόθεση του αιολικού σταθμού των 300 MW στη νότια Σκύρο δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι γράφει ένας νόμος. Είναι ποιος τον εφαρμόζει, πότε τον εφαρμόζει και ποιους τελικά εξυπηρετεί η καθυστέρηση.
Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ παρουσιάστηκε ως μια μεγάλη τομή. Ως ένα πλαίσιο που βάζει κανόνες, όρια και φραγμούς στην άναρχη εγκατάσταση ανεμογεννητριών. Το ίδιο το ΥΠΕΝ αναφέρει ότι οι αιολικοί σταθμοί δεν επιτρέπονται, μεταξύ άλλων, σε νησιά με έκταση μικρότερη από 300 τετραγωνικά χιλιόμετρα, εκτός εάν αφορούν ανάγκες δημοσίου συμφέροντος του ίδιου του νησιού, όπως εγκαταστάσεις αφαλάτωσης.
Στα χαρτιά, λοιπόν, η Σκύρος προστατεύεται. Στην πράξη, όμως, η υπόθεση του τεράστιου ΑΣΠΗΕ των 300 MW στη νότια Σκύρο αποκαλύπτει κάτι πολύ πιο σοβαρό: ότι η Διοίκηση μπορεί να κρατά έναν φάκελο «ζωντανό» επί χρόνια και έτσι να τον αφήνει να υπαχθεί στο προηγούμενο, πιο ευνοϊκό καθεστώς. Η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία επισημαίνει ότι ο φάκελος του έργου υποβλήθηκε το 2022, κρίθηκε «πλήρης», τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση, ακολούθησαν αρνητικές γνωμοδοτήσεις από τον ΟΦΥΠΕΚΑ και αρμόδια Διεύθυνση του ΥΠΕΝ, αλλά από τον Μάιο του 2023 δεν υπήρξε ουσιαστική πρόοδος στην αδειοδοτική διαδικασία.
Εδώ βρίσκεται η ουσία. Δεν μιλάμε για ένα έργο που καθυστέρησε επειδή έλειπαν στοιχεία. Δεν μιλάμε για μια υπόθεση που βρίσκεται σε φυσιολογική διοικητική εξέλιξη. Μιλάμε για έναν φάκελο που, σύμφωνα με την Ορνιθολογική, ενώ είχε ήδη αρνητικές γνωμοδοτήσεις, δεν απορρίφθηκε, αλλά παρέμεινε ανοιχτός. Και όταν ένας φάκελος μένει ανοιχτός, το έργο δεν πεθαίνει. Περιμένει.
Αυτό δεν είναι απλή γραφειοκρατική αδράνεια. Είναι θεσμικό πρόβλημα. Γιατί όταν το κράτος καθυστερεί να αποφασίσει, η καθυστέρηση παράγει αποτέλεσμα. Και στην προκειμένη περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι ότι έργα που με το νέο πλαίσιο θα έπρεπε να θεωρούνται προβληματικά ή μη επιτρεπτά, μπορεί να διεκδικήσουν συνέχεια με βάση το παλιό καθεστώς.
Η Ορνιθολογική μιλά για ένα τεράστιο «παράθυρο»: έργα που είχαν ανοιχτή διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης έως τις 20 Μαΐου 2026 μπορούν να εξακολουθήσουν να εξετάζονται με βάση το προηγούμενο Χωροταξικό Πλαίσιο. Μάλιστα, μόνο οι εκκρεμείς αιολικοί σταθμοί που έχουν απασχολήσει την Ορνιθολογική και παρουσιάζουν σοβαρά περιβαλλοντικά ζητήματα ξεπερνούν, κατά την ίδια, τα 5.000 MW συνολικής ισχύος.
Αν αυτό ισχύσει οριζόντια, τότε το νέο Χωροταξικό κινδυνεύει να γίνει επικοινωνιακή βιτρίνα. Θα εμφανίζεται ως αυστηρό για τα μελλοντικά έργα, αλλά θα αφήνει ανέγγιχτο έναν τεράστιο όγκο παλιών, εκκρεμών και προβληματικών υποθέσεων. Με απλά λόγια: θα λέει «τέλος στην ασυδοσία», αλλά θα επιτρέπει στην ασυδοσία να συνεχιστεί από την πίσω πόρτα.
Η Σκύρος δεν είναι απλώς ένα ακόμη νησί στον χάρτη. Είναι τόπος με ιδιαίτερη φυσική, πολιτιστική και οικολογική ταυτότητα. Η παλαιότερη συζήτηση για την εγκατάσταση 58 ανεμογεννητριών στην περιοχή του Κόχυλα και στη νότια Σκύρο είχε ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, με αναφορές σε περιοχή NATURA και στον κίνδυνο αλλοίωσης του τοπίου και της φυσιογνωμίας του νησιού.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι καθαρό: αν το νέο Χωροταξικό αναγνωρίζει ότι μικρά νησιά όπως η Σκύρος δεν πρέπει να σηκώσουν τέτοιου τύπου αιολικές εγκαταστάσεις, γιατί δεν κλείνουν άμεσα οι φάκελοι που, με βάση τα ίδια τα σημερινά δεδομένα, συγκρούονται με αυτή τη λογική;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η σιωπή. Ούτε μπορεί να είναι η διοικητική αοριστία. Το ΥΠΕΝ οφείλει να εξηγήσει γιατί δεν έχει εκδοθεί απόφαση απόρριψης για έργα με αρνητικές γνωμοδοτήσεις. Οφείλει να πει πόσοι φάκελοι παραμένουν ανοιχτοί επί χρόνια. Οφείλει να ξεκαθαρίσει ποια έργα θα υπαχθούν στο παλιό καθεστώς και με ποια κριτήρια.
Γιατί αλλιώς το μήνυμα προς τις τοπικές κοινωνίες είναι εξαιρετικά επικίνδυνο: ότι μπορεί να κερδίζουν στα χαρτιά, αλλά να χάνουν στην πράξη. Ότι μπορεί να αλλάζει το θεσμικό πλαίσιο, αλλά οι παλιές υποθέσεις να επιβιώνουν μέσα από καθυστερήσεις. Ότι η προστασία του περιβάλλοντος γίνεται κανόνας μόνο όταν δεν θίγει ώριμα επενδυτικά σχέδια.
Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να χτίζεται πάνω σε θεσμικά τεχνάσματα. Δεν μπορεί να βαφτίζεται «καθαρή ενέργεια» κάθε επέμβαση που καταστρέφει τοπίο, βιοποικιλότητα και κοινωνική συνοχή. Και δεν μπορεί η Διοίκηση να εμφανίζεται αυστηρή προς τα έξω, ενώ εσωτερικά αφήνει ανοιχτές τις εκκρεμότητες που υπονομεύουν τον ίδιο τον σχεδιασμό της.
Η Σκύρος είναι δοκιμασία αξιοπιστίας. Όχι μόνο για το ΥΠΕΝ. Για ολόκληρο το μοντέλο χωροθέτησης των ΑΠΕ στην Ελλάδα.
Αν το νέο Χωροταξικό είναι πράγματι κανόνας, τότε οι παλιοί φάκελοι πρέπει να ελεγχθούν τώρα. Όχι όταν θα είναι αργά. Όχι όταν θα έχουν δημιουργηθεί τετελεσμένα. Όχι όταν η κοινωνία θα κληθεί ξανά να αποδείξει ότι δεν είναι εχθρός της πράσινης ενέργειας, αλλά αντίπαλος της πράσινης αυθαιρεσίας.
Η Σκύρος δεν χρειάζεται άλλα “παράθυρα”. Χρειάζεται καθαρές αποφάσεις. Και το ΥΠΕΝ δεν μπορεί να παριστάνει τον προστάτη του περιβάλλοντος κρατώντας ανοιχτούς τους φακέλους που το απειλούν.

