Η σύγκρουση Πολάκη – Φάμελλου δεν είναι απλώς ακόμη ένα εσωκομματικό επεισόδιο. Είναι η γνωστή παλιά ιστορία της Αριστεράς: διάσπαση, επανένωση, συνιστώσες, νέες συγκρούσεις και στο τέλος ξανά διάλυση.
Η διαγραφή του Παύλου Πολάκη από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένα απλό οργανωτικό μέτρο. Δεν είναι μόνο μια προσωπική σύγκρουση ανάμεσα στον ίδιο και τον Σωκράτη Φάμελλο. Είναι κάτι βαθύτερο. Είναι η εικόνα ενός κόμματος που αδυνατεί να κρύψει πλέον την εσωτερική του αποσύνθεση πίσω από λέξεις όπως «ενότητα», «ανασύνθεση» και «προοδευτικός χώρος».
Ο Παύλος Πολάκης χαρακτήρισε τη διαγραφή του «στερούμενη οποιασδήποτε δικαιολογίας» και επιτέθηκε ευθέως στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, κατηγορώντας τον ουσιαστικά ότι παρακολουθεί τη διάλυση του κόμματος χωρίς να μπορεί ή χωρίς να θέλει να αντιδράσει. Από την άλλη, ο Σωκράτης Φάμελλος μίλησε για «προσβλητική και επιθετική ανάρτηση», κάνοντας λόγο για απαράδεκτα υπονοούμενα περί κρυφής ατζέντας και εξυπηρέτησης αποφάσεων που δεν έχουν ληφθεί στα συλλογικά όργανα.
Όμως το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος έχει δίκιο σε αυτή τη συγκεκριμένη σύγκρουση. Το πραγματικό ζήτημα είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να έχει μπει ξανά στον γνώριμο φαύλο κύκλο της Αριστεράς: πρώτα διάσπαση, μετά προσπάθεια συγκόλλησης, μετά συνιστώσες, μετά καχυποψία, μετά νέα διάλυση.
Η μοίρα της Αριστεράς
Η μοίρα της Αριστεράς, διαχρονικά, μοιάζει να είναι η ίδια: να σπάει σε χίλια κομμάτια, να ξαναενώνεται σε ένα μόρφωμα με χίλιες συνιστώσες και, μόλις έρθει η ώρα να αποφασιστεί τι πρέπει πραγματικά να γίνει, να ξανασπάει.
Δεν είναι ότι δεν συμφωνούν ποτέ. Συμφωνούν συχνά. Αλλά συνήθως συμφωνούν κυρίως σε αυτά με τα οποία διαφωνούν. Ξέρουν τι απορρίπτουν, ποιον καταγγέλλουν, ποιο σύστημα θεωρούν άδικο, ποια εξουσία τους ενοχλεί. Εκεί βρίσκουν κοινό τόπο.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν πρέπει να απαντήσουν στο απλό και σκληρό ερώτημα: και τώρα τι κάνουμε;
Εκεί αρχίζουν οι θεωρίες, οι συνελεύσεις, οι πλατφόρμες, τα ρεύματα, οι υποομάδες, οι τάσεις, οι διαφωνίες επί των διαφωνιών. Συζητούν μέχρι να παγώσει η κόλαση, ενώ γύρω τους η κοινωνία πιέζεται, η οικονομία αλλάζει, οι πολίτες ζητούν λύσεις και ο κόσμος δεν περιμένει.
Ο Πολάκης ως σύμπτωμα, όχι ως εξαίρεση
Ο Παύλος Πολάκης δεν είναι απλώς ένας «δύσκολος» βουλευτής. Είναι έκφραση ενός συγκεκριμένου πολιτικού ύφους μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ: συγκρουσιακού, θυμικού, οριακού, αλλά και βαθιά ριζωμένου σε ένα κομμάτι της κομματικής βάσης.
Γι’ αυτό και η διαγραφή του δεν κλείνει το θέμα. Το ανοίγει περισσότερο.
Διότι πίσω από την προσωπική αντιπαράθεση υπάρχει το μεγάλο ερώτημα: τι είναι σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ; Είναι κόμμα εξουσίας; Είναι μεταβατικό σχήμα μέχρι την επόμενη αναδιάταξη της Κεντροαριστεράς; Είναι χώρος αναμονής για ένα πιθανό νέο κόμμα Τσίπρα; Ή είναι απλώς ένα πολιτικό απομεινάρι της περιόδου που κάποτε κυριάρχησε, αλλά σήμερα δεν μπορεί να συμφωνήσει ούτε με τον εαυτό του;
Ο Φάμελλος προσπαθεί να εμφανιστεί ως θεσμικός εγγυητής της ενότητας και της σοβαρότητας. Ο Πολάκης εμφανίζεται ως ο εσωτερικός κατήγορος που φωνάζει ότι το κόμμα διαλύεται. Και ανάμεσά τους βρίσκεται ένας ΣΥΡΙΖΑ που δεν πείθει ότι ξέρει πού πηγαίνει.
Καταγγελία χωρίς σχέδιο
Η Αριστερά πολλές φορές δείχνει πιο άνετη στην καταγγελία παρά στη διακυβέρνηση. Πιο δυνατή στο «όχι» παρά στο «πώς». Πιο έτοιμη να περιγράψει την αδικία παρά να οργανώσει μια εφαρμόσιμη απάντηση.
Και όταν έρχεται η ώρα της εξουσίας, εκεί αποκαλύπτεται το κενό. Τα συνθήματα δεν γίνονται πάντα σχέδιο. Η οργή δεν γίνεται απαραίτητα πολιτική. Η αναδιανομή, χωρίς παραγωγή, γρήγορα συναντά το όριό της.
Μπορείς μία φορά να υποσχεθείς ότι θα μοιράσεις «τα λεφτά των άλλων». Τη δεύτερη φορά, όμως, τα λεφτά είτε δεν υπάρχουν είτε έχουν φύγει είτε δεν παράγονται πια.
Αυτό είναι το διαχρονικό δράμα: μια παράταξη που θέλει να αλλάξει τον κόσμο, αλλά συχνά δεν μπορεί να συμφωνήσει ούτε στο πώς θα αλλάξει τον εαυτό της.
Ένα κόμμα που τρώει τις σάρκες του
Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα δεν είναι μόνο ο Πολάκης. Δεν είναι μόνο ο Φάμελλος. Δεν είναι μόνο οι παλιοί λογαριασμοί, οι προσωπικές στρατηγικές ή τα σενάρια για νέο πολιτικό φορέα στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς.
Το πρόβλημα είναι ότι το κόμμα μοιάζει να έχει χάσει το εσωτερικό του κέντρο βάρους.
Αντί να παράγει αντιπολίτευση, καταναλώνει ενέργεια σε εσωκομματικούς καβγάδες. Αντί να παρουσιάζει σχέδιο, συζητά για διαδικασίες. Αντί να απευθύνεται στην κοινωνία, ασχολείται με το ποιος θα μείνει μέσα, ποιος θα φύγει, ποιος θα επιστρέψει και ποιος θα ηγηθεί της επόμενης διάσπασης ή της επόμενης συγκόλλησης.
Και κάπως έτσι, ο κύκλος επαναλαμβάνεται:
διάσπαση, επανένωση, συνιστώσες, καχυποψία, νέα διάσπαση.
Η διαγραφή Πολάκη μπορεί να παρουσιαστεί από τον Φάμελλο ως πράξη ηγετικής πυγμής. Μπορεί να παρουσιαστεί από τον Πολάκη ως άδικη και πολιτικά αδικαιολόγητη απόφαση.
Όμως η ουσία είναι πολύ πιο σκληρή: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συγκρούεται απλώς για ένα πρόσωπο. Συγκρούεται με το ίδιο του το αδιέξοδο.
Γιατί όταν ένα κόμμα δεν μπορεί να πείσει τους ίδιους τους ανθρώπους του ότι ξέρει πού πηγαίνει, δύσκολα μπορεί να πείσει την κοινωνία ότι μπορεί να οδηγήσει τη χώρα.
Και αυτό είναι το πιο βαρύ συμπέρασμα:
η Αριστερά δεν διαλύεται επειδή της λείπουν οι ιδέες.
Διαλύεται επειδή, όταν τελειώνουν οι ιδέες και αρχίζει η πραγματικότητα, κανείς δεν μπορεί να συμφωνήσει στο τι πρέπει να γίνει.

