Οι εργασίες για τη μεγάλη ανάπλαση αποκάλυψαν πολεμικά κατάλοιπα, διαρροές κηροζίνης, ντίζελ και βενζίνης, αμίαντο και σοβαρή μόλυνση των υπόγειων υδάτων
Ένα επικίνδυνο κομμάτι της νεότερης ιστορίας της Αττικής παρέμενε θαμμένο επί δεκαετίες κάτω από τις εγκαταστάσεις του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού. Οι εργασίες απορρύπανσης έφεραν στο φως περίπου 300 βόμβες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εκατοντάδες τόνους πετρελαιοειδών και μεγάλες ποσότητες επικίνδυνων υλικών.
Τα ευρήματα αποκαλύπτουν το τεράστιο περιβαλλοντικό αποτύπωμα που άφησαν πίσω τους η πολεμική χρήση της περιοχής, η λειτουργία του πολιτικού αεροδρομίου και η πολυετής παρουσία της αμερικανικής στρατιωτικής βάσης.
Μέχρι σήμερα έχουν ανακτηθεί από το υπέδαφος περίπου 270 τόνοι ελαιώδους υλικού. Πρόκειται για ένα μείγμα υδρογονανθράκων από κηροζίνη, ντίζελ, βενζίνη, λιπαντικά και άλλα πετρελαιοειδή, το οποίο είχε διαρρεύσει από παλιές δεξαμενές και εγκαταστάσεις καυσίμων.
Σε ορισμένα σημεία, οι ουσίες αυτές είχαν σχηματίσει λεπτό στρώμα πάνω από τον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα, ενώ αλλού είχαν εισχωρήσει βαθύτερα στο έδαφος. Η ρύπανση θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρή, καθώς οι υδρογονάνθρακες μπορούν να διαλύονται στα υπόγεια νερά και να απελευθερώνουν πτητικές, επικίνδυνες ενώσεις.
Τριακόσιες βόμβες κάτω από το πρώην αεροδρόμιο
Το πιο εντυπωσιακό, αλλά και επικίνδυνο εύρημα, ήταν οι περίπου 300 βόμβες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Για τον εντοπισμό και την εξουδετέρωσή τους χρειάστηκε η συνδρομή του Τάγματος Εκκαθαρίσεως Ναρκοπεδίων Ξηράς, της ειδικής μονάδας του Ελληνικού Στρατού που αναλαμβάνει την αντιμετώπιση ναρκών και εκρηκτικών μηχανισμών.
Οι βόμβες παρέμεναν θαμμένες για περισσότερα από 80 χρόνια.
Η παρουσία τους συνδέεται άμεσα με τη στρατιωτική ιστορία της περιοχής. Το αεροδρόμιο του Ελληνικού κατασκευάστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930, όταν απαλλοτριώθηκαν περίπου 2.150 στρέμματα στην τότε περιοχή Χασάνι. Μέχρι εκείνη την εποχή, η έκταση περιλάμβανε γεωργικές καλλιέργειες, βοσκοτόπους, μικρούς οικισμούς και λίγες παραθεριστικές κατοικίες.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, το αεροδρόμιο μετατράπηκε σε στρατιωτική βάση. Εξαιτίας της στρατηγικής του σημασίας αποτέλεσε επανειλημμένα στόχο συμμαχικών βομβαρδισμών. Πολλά από τα πυρομαχικά δεν εξερράγησαν και παρέμειναν στο έδαφος μέχρι να εντοπιστούν από τα συνεργεία της σημερινής ανάπλασης.
Η κληρονομιά των καυσίμων
Μετά το τέλος του πολέμου, μεγάλο τμήμα της έκτασης χρησιμοποιήθηκε από τις αμερικανικές αεροπορικές δυνάμεις. Από το 1947 εγκαταστάθηκε μόνιμη αμερικανική δύναμη, ενώ η βάση παρέμεινε ενεργή μέχρι το 1993, λειτουργώντας ανεξάρτητα από το πολιτικό αεροδρόμιο.
Στην περιοχή υπήρχαν αποθήκες βενζίνης και ντίζελ, δεξαμενές αεροπορικών καυσίμων, εγκαταστάσεις λιπαντικών, χημικά υλικά και ξεχωριστά δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης.
Με το πέρασμα των δεκαετιών, αρκετές δεξαμενές και σωληνώσεις διαβρώθηκαν. Καύσιμα διέρρευσαν στο έδαφος, δημιουργώντας ένα σύνθετο και εκτεταμένο πρόβλημα ρύπανσης, το οποίο δεν είχε αντιμετωπιστεί συνολικά κατά τη διάρκεια λειτουργίας του αεροδρομίου.
Εκτός από τα πετρελαιοειδή, εντοπίστηκαν διάσπαρτα επικίνδυνα απόβλητα και υλικά όπως ο αμίαντος. Κάθε κατηγορία αποβλήτων έπρεπε να συλλεχθεί, να συσκευαστεί και να μεταφερθεί ξεχωριστά σε αδειοδοτημένες εγκαταστάσεις για επεξεργασία, ανάκτηση ή ασφαλή διάθεση.
Καθαρισμός εδάφους και υπόγειων νερών
Η απορρύπανση αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να προχωρήσουν τα νέα δίκτυα ύδρευσης, αποχέτευσης και ομβρίων, καθώς και οι υπόλοιπες υποδομές της ανάπλασης.
Οι παρεμβάσεις περιλαμβάνουν αναρρόφηση μολυσμένου αέρα από το υπέδαφος, βιοαερισμό, αξιοποίηση μικροοργανισμών για τη διάσπαση των ρύπων και χημική οξείδωση. Για τα υπόγεια νερά χρησιμοποιούνται υδραυλικά φράγματα και φίλτρα ενεργού άνθρακα, ώστε να περιοριστεί και να απομακρυνθεί η επιπλέουσα ελαιώδης στοιβάδα.
Μόνο μέσα στο 2025 υποβλήθηκαν σε επεξεργασία περίπου 52.000 κυβικά μέτρα επιβαρυμένου υπόγειου νερού. Το μέγεθος της ποσότητας δείχνει ότι δεν επρόκειτο για μια τοπική διαρροή, αλλά για πολυετή περιβαλλοντική επιβάρυνση που είχε εξαπλωθεί κάτω από την επιφάνεια του πρώην αεροδρομίου.
Η ανάπλαση του Ελληνικού παρουσιάζεται ως ένα από τα μεγαλύτερα επενδυτικά και κατασκευαστικά έργα της χώρας. Πριν όμως εμφανιστούν οι νέες κατοικίες, τα ξενοδοχεία, τα εμπορικά κέντρα, οι αθλητικές εγκαταστάσεις και το μεγάλο μητροπολιτικό πάρκο, χρειάστηκε να ανασυρθεί από το έδαφος μια ολόκληρη σκοτεινή κληρονομιά.
Οι μπουλντόζες δεν συνάντησαν απλώς χώμα και παλιά θεμέλια. Συνάντησαν τις βόμβες ενός πολέμου, τα καύσιμα δεκαετιών και το περιβαλλοντικό κόστος μιας εποχής κατά την οποία η προστασία του υπεδάφους και των υδάτων βρισκόταν χαμηλά στις προτεραιότητες. Το Ελληνικό δεν χτίζεται μόνο από την αρχή. Πρώτα υποχρεώνεται να καθαρίσει όσα άφησε θαμμένα η ιστορία του.

