Φωτ. Seb Doe, Unsplash
Η σύγκλιση των ευκαιριών θα πρέπει να προηγηθεί της σύγκλισης των εισοδημάτων. Ποια είναι τα συμπεράσματα από το ερευνητικό έργο του ΟΟΣΑ.
«To να προέρχεσαι από μια εύπορη οικογένεια είναι απαραίτητο ή πολύ σημαντικό». Η συγκεκριμένη αντίληψη στην Ελλάδα είναι από τις υψηλότερες ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ, γεγονός που υποδηλώνει ότι το ελληνικό σύστημα καταγράφει μάλλον χαμηλές επιδόσεις ως προς τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών για οικονομική εξέλιξη και ευημερία.
Οι παράγοντες που εμποδίζουν τη διαγενεακή κινητικότητα στις χώρες του ΟΟΣΑ. Πόσο εύκολη είναι η ανέλιξη στην κοινωνική κλίμακα της χώρας μας.
Η ανισότητα των εισοδημάτων μπορεί να οφείλεται σε μια σειρά από λόγους, κάποιοι από τους οποίους συμπεριλαμβάνουν και τις προσωπικές ικανότητες και φιλοδοξίες. Ομως η ανισότητα των ευκαιριών συνδέεται με καταγεγραμμένες ελλείψεις στη δομή που διέπει τη λειτουργία μιας χώρας. Σύμφωνα με το νεότερο ερευνητικό έργο του ΟΟΣΑ, στις χώρες-μέλη του διεθνούς οργανισμού, περισσότερο από το ένα τέταρτο της σημερινής ανισότητας σε όρους εισοδήματος νοικοκυριών μπορεί να αποδοθεί σε παραμέτρους που βρίσκονται πέρα από τον έλεγχο των ατόμου, όπως το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο των γονέων, το φύλο και η χώρα γέννησης.

Το οικογενειακό υπόβαθρο εξηγεί το μεγαλύτερο μέρος της ανισότητας ευκαιριών στο εισόδημα των νοικοκυριών. Στην Ελλάδα, είναι με διαφορά ο βασικός παράγοντας ανισότητας, με 60%. Ακολουθούν η περιοχή της κατοικίας με 25% και ύστερα οι ατομικοί παράγοντες και η χώρα γέννησης με 15%. Η Ελβετία και αρκετές σκανδιναβικές χώρες έχουν τα χαμηλότερα επίπεδα σχετικής ανισότητας ευκαιριών, με μερίδια κάτω του 15%. Αντιθέτως, η ανισότητα των ευκαιριών τείνει να είναι υψηλότερη σε Νότια και Ανατολική Ευρώπη, καθώς και σε χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης. Στην πλειονότητα των χωρών, η ανισότητα ευκαιριών είναι υψηλότερη για τις νεότερες πληθυσμιακές ομάδες, ιδίως στη σημερινή συγκυρία του στεγαστικού και της ακρίβειας.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης το εύρημα ότι σε όλες τις περιοχές υπάρχει μια σχετικά ομοιογενής τάση ως προς την αυξανόμενη ανισότητα ευκαιριών με την πάροδο του χρόνου. Με λίγες εξαιρέσεις, οι νεότερες γενιές τείνουν να εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα ανισότητας ευκαιριών από τις προηγούμενες γενιές. Στις χώρες της Νότιας Ευρώπης, στην ηλικία των 40 ετών, τα άτομα που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1970 αντιμετώπισαν επίπεδο ανισότητας ευκαιριών τουλάχιστον 60% υψηλότερο από ό,τι η ίδια ηλικία κατά την προηγούμενη δεκαετία. Ομοίως, στη Νότια Ευρώπη αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην ηλικία των 30 ετών η ομάδα της δεκαετίας του 1980 αντιμετώπισε μεγαλύτερη ανισότητα από την αντίστοιχη της δεκαετίας του 1970, με διαφορές που έφταναν έως το 20%. Στο μεταξύ, όσο υψηλότερη είναι η ανισότητα μεταξύ των χωρών, τόσο υψηλότερη είναι η ανισότητα των ευκαιριών στο εσωτερικών των χωρών. Επιβεβαιώνεται ακόμη ότι οι δημόσιες δαπάνες για την προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα συνδέονται με χαμηλότερα επίπεδα ανισότητας ευκαιριών. Η λεγόμενη διαγενεακή κινητικότητα αναφέρεται στην αλλαγή της κοινωνικής θέσης ενός ατόμου σε σχέση με αυτή των γονιών του. Με άλλα λόγια, εξετάζει πόσο εύκολα μπορεί ένα άτομο να ανέβει στην κοινωνική κλίμακα σε σχέση με την κοινωνική τάξη από την οποία προέρχεται. Εκ του αποτελέσματος, ο βαθμός ισότητας των ευκαιριών για ευημερία μετριέται συνήθως μέσω της κατανομής του εισοδήματος, καθώς και της πρόσβασης στην εκπαίδευση και στην υγειονομική περίθαλψη.
Προηγούμενες εκθέσεις οργανισμών, όπως ο ΟΟΣΑ, η Eurostat και η Παγκόσμια Τράπεζα, έχουν καταδείξει ότι η Ελλάδα παρουσιάζει ελαφρώς μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με το πλουσιότερο 20% να κερδίζει περίπου 5,4 φορές περισσότερα από το φτωχότερο 20%. Η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει βελτιωθεί μεν, αλλά το οικογενειακό υπόβαθρο παραμένει ισχυρός καταλύτης της κοινωνικής ανέλιξης. Η διαγενεακή κινητικότητα είναι σε κάθε περίπτωση χαμηλότερη από ό,τι στη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη.
Παρεμπιπτόντως, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Αττική δεν είναι απλώς αυξημένο από το αντίστοιχο στην περιφέρεια. Είναι, για παράδειγμα, υπερδιπλάσιο από το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη Δυτική Ελλάδα. Οι αγροτικές και νησιωτικές περιοχές υστερούν σαφώς σε υποδομές, υγειονομική περίθαλψη και ευκαιρίες απασχόλησης.
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

