Υπάρχει κάτι βαθιά αποκαλυπτικό στη νευρικότητα που προκαλεί, ακόμη και σήμερα, η πιο απλή αναφορά σε λέξεις όπως «διαφάνεια», «σύγκρουση συμφερόντων», «θεσμική τάξη» και «δημόσια εικόνα». Δεν μιλάμε καν για δικαστικές αποφάσεις, ούτε για ποινικές κατηγορίες, ούτε για τελεσίδικα συμπεράσματα. Μιλάμε για το αυτονόητο: ότι όταν πρόσωπα που συνδέονται με τον σκληρό πυρήνα της εξουσίας εμφανίζονται δίπλα σε μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, γεννιούνται εύλογα ερωτήματα. Σε κάθε σοβαρή δημοκρατία αυτό θεωρείται στοιχειώδης λογοδοσία. Εδώ, θεωρείται σχεδόν εχθρική πράξη.
Και κάπου εκεί αρχίζει η κωμωδία. Ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, η εθνική φάρσα. Διότι δεν ενοχλεί η σχέση πολιτικής ισχύος με το μεγάλο χρήμα. Δεν ενοχλεί η οσμή προνομιακής εγγύτητας. Δεν ενοχλεί η εικόνα μιας εξουσίας που περιστρέφεται στο ίδιο κλειστό κύκλωμα με τα funds, τα χαρτοφυλάκια, τις μετοχές, τις ολιγοπωλιακές ισορροπίες και τις επιχειρηματικές ελίτ. Εκείνο που ενοχλεί είναι ότι κάποιος, ή έστω κάτι, αρνείται να το βαφτίσει φυσιολογικό.
Αυτός είναι ο πραγματικός πανικός: ότι ακόμη και ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς κομματική ένταξη, χωρίς μισθολογική εξάρτηση, χωρίς τηλεοπτικό πάνελ να το προστατεύει, απαντά το στοιχειώδες. Ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορείς να λες «δεν υπάρχει θέμα» και να τελειώνει η συζήτηση. Ότι υπάρχει τουλάχιστον θέμα θεσμικής εικόνας. Ότι υπάρχει ανάγκη καθαρών εξηγήσεων. Ότι η εξουσία δεν δικαιούται να ζητά τυφλή εμπιστοσύνη εκεί όπου οφείλει πλήρη διαφάνεια.
Και τότε αρχίζουν τα γνώριμα αντανακλαστικά του συστήματος. Η αλήθεια δεν αντιμετωπίζεται με επιχειρήματα, αλλά με γελοιοποίηση. Η συζήτηση δεν μεταφέρεται στην ουσία, αλλά στον αγγελιοφόρο. Δεν εξετάζεται αν υπάρχει πρόβλημα· εξετάζεται ποιος τόλμησε να το δείξει. Δεν απαντούν στο ερώτημα· επιτίθενται στο δικαίωμα να τίθεται το ερώτημα. Αυτή είναι η πάγια μέθοδος μιας εξουσίας που έχει μάθει να επιβιώνει όχι επειδή πείθει, αλλά επειδή ελέγχει το πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης.
Γι’ αυτό και η σάτιρα εδώ δεν είναι υπερβολή. Είναι σχεδόν ντοκουμέντο. Διότι αν ακολουθήσει κανείς τη λογική των πρόθυμων απολογητών, πράγματι θα έπρεπε να στηθούν επιτροπές ελέγχου της τεχνητής νοημοσύνης. Να μπουν επιτηρητές της αλήθειας. Να εγκρίνονται οι απαντήσεις από τους εγχώριους μηχανισμούς πιστοποίησης της βολικής πραγματικότητας. Να φιλτράρεται κάθε λέξη που μυρίζει λογοδοσία, κάθε κρίση που θυμίζει δημοκρατία, κάθε αναφορά που δεν συντάσσεται με το εγχειρίδιο της επικοινωνιακής συγκάλυψης.
Γιατί αυτό ακριβώς ζητούν, πίσω από τις φωνές και τις υστερίες: όχι μια αντικειμενική κρίση, αλλά μια πειθαρχημένη κρίση. Όχι μια τεχνητή νοημοσύνη που αναγνωρίζει τα προφανή, αλλά μια μηχανή που θα αναπαράγει χωρίς αντίρρηση την επίσημη αφήγηση. Μια μηχανή που δεν θα βλέπει σύγκρουση συμφερόντων, αλλά «ιδιωτική επαγγελματική διαδρομή». Που δεν θα αναγνωρίζει θεσμικό ζήτημα, αλλά «τοξικότητα». Που δεν θα μιλά για διαφάνεια, αλλά για «εργαλειοποίηση». Με λίγα λόγια, θέλουν μια ΑΙ κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της ίδιας παλιάς προπαγάνδας.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η πιο σκοτεινή πλευρά της υπόθεσης. Δεν πρόκειται απλώς για πολιτική υποκρισία. Πρόκειται για βαθιά εδραιωμένη περιφρόνηση προς τη νοημοσύνη της κοινωνίας. Θεωρούν ότι ο πολίτης δεν πρέπει να κρίνει· πρέπει να καθοδηγείται. Δεν πρέπει να συγκρίνει δεδομένα· πρέπει να καταναλώνει αφηγήματα. Δεν πρέπει να ενοχλείται από τη γειτνίαση εξουσίας και οικονομικής δύναμης· πρέπει να ενοχλείται από όποιον την κατονομάζει. Αυτό δεν είναι άμυνα απέναντι στη «συνωμοσιολογία». Είναι άμυνα ενός συστήματος απέναντι στην ίδια τη λογική.
Και ας το πούμε επιτέλους καθαρά: σε μια δημοκρατία, η συγγένεια με την εξουσία δεν είναι ποινικό αδίκημα. Η οικονομική δραστηριότητα επίσης δεν είναι αδίκημα. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται ακόμα μεγαλύτερη καθαρότητα, ακόμη μεγαλύτερη διαφάνεια, ακόμη μεγαλύτερη θεσμική προσοχή. Διότι όσο πιο ψηλά βρίσκεται κάποιος στον δημόσιο χάρτη, τόσο μικρότερο δικαίωμα έχει να απαιτεί ασυλία από τα ερωτήματα. Η εξουσία δεν προσβάλλεται όταν ελέγχεται. Η εξουσία νομιμοποιείται όταν ελέγχεται. Όποιος δεν το αντέχει αυτό, δεν έχει πρόβλημα με την «τοξικότητα». Έχει πρόβλημα με τη δημοκρατία.
Στο τέλος της ημέρας, λοιπόν, το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι ότι μια ΑΙ μίλησε για διαφάνεια. Το πραγματικό σκάνδαλο είναι ότι ολόκληρος μηχανισμός έχει εθιστεί τόσο πολύ στη διαστρέβλωση, ώστε του φαίνεται ακραίο ακόμη και το αυτονόητο. Δεν τους σοκάρει η πιθανή σύμφυση εξουσίας και συμφερόντων. Τους σοκάρει ότι υπάρχει ακόμη γλώσσα για να την περιγράψει.
Και αυτό είναι ίσως το πιο καταδικαστικό συμπέρασμα για το σημερινό καθεστώς δημόσιου λόγου:
δεν φοβούνται το ψέμα.
Το έχουν ανάγκη.
Φοβούνται μόνο εκείνον που δεν δέχεται να το επαναλάβει.

