Η χώρα δεν αντέχει άλλο να βαφτίζει «λάθη» τις θεσμικές εκτροπές, «αστοχίες» τα σκάνδαλα και «πολιτική διαχείριση» τη λεηλασία της εμπιστοσύνης
Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική δεν κρίνεται από τις δηλώσεις, τα διαγγέλματα και τις επικοινωνιακές συσκευασίες. Κρίνεται από αυτό που μένει όταν πέσουν όλα τα φώτα. Και αυτό που μένει σήμερα είναι μια χώρα εξαντλημένη, ένας λαός θυμωμένος και ένα πολιτικό σύστημα που προσπαθεί να κρύψει κάτω από το χαλί όσα πλέον δεν κρύβονται.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι παραιτήσεις, οι κλήσεις, οι αναφορές σε φερόμενα οργανωμένα σχήματα απάτης, δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στη μακρά ελληνική ιστορία της διαφθοράς. Είναι ο καθρέφτης ενός μοντέλου εξουσίας που αντιμετώπισε το κράτος όχι ως θεσμό, αλλά ως λάφυρο.
Και τώρα που βλέπουμε γυμνή την αλήθεια, καμία δικαιολογία δεν μας σώζει.
Το κράτος ως μηχανισμός ελέγχου και διανομής
Η πιο βαριά κατηγορία που μπορεί να διατυπωθεί πολιτικά απέναντι σε μια εξουσία δεν είναι μόνο ότι απέτυχε. Είναι ότι πέτυχε ακριβώς αυτό που ήθελε: να μετατρέψει τη δημόσια διοίκηση σε μηχανισμό ελέγχου, εξυπηρετήσεων, εξαρτήσεων και φόβου.
Από τη μία, ένα σύστημα παρακολούθησης, καχυποψίας και εκβιαστικής ισχύος. Από την άλλη, ένα σύστημα διανομής χρήματος, αναθέσεων, προνομίων, επιδοτήσεων, ευκαιριών και προσβάσεων. Δύο όψεις της ίδιας αντίληψης: η εξουσία δεν λογοδοτεί· η εξουσία ελέγχει, μοιράζει, τιμωρεί και επιβραβεύει.
Για τα ανώτατα κλιμάκια, εκεί όπου κυκλοφορεί το μεγάλο χρήμα, υπάρχουν τα εξοπλιστικά, τα δημόσια έργα, οι προμήθειες, τα φάρμακα, οι συμφωνίες με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Για τα χαμηλότερα επίπεδα, υπάρχουν οι μικρές εξυπηρετήσεις, οι υποσχέσεις, οι μεταθέσεις, οι επιδοτήσεις, τα «θα δούμε», τα «μίλα με τον τάδε», τα «μην ανησυχείς, είμαστε εδώ».
Έτσι χτίζεται η εξάρτηση. Όχι με ιδέες. Με ανάγκες.
Η ψήφος ως προϊόν συναλλαγής
Ο μεγάλος κίνδυνος για τη δημοκρατία δεν είναι μόνο η διαφθορά. Είναι ο εκμαυλισμός της κοινωνίας. Είναι η στιγμή που ο πολίτης παύει να νιώθει συμμέτοχος και αρχίζει να νιώθει πελάτης. Είναι η στιγμή που η ψήφος παύει να είναι πολιτική επιλογή και γίνεται απόδειξη υποταγής σε έναν μηχανισμό.
Αυτό είναι το βαθύτερο τραύμα.
Διότι οι εξαγορασμένες συνειδήσεις δεν χρειάζονται πάντα φακέλους με χρήματα. Μερικές φορές αρκεί μια υπόσχεση. Μια θέση. Μια ρύθμιση. Μια πρόσβαση. Ένα τηλεφώνημα. Μια ψευδαίσθηση ότι «κάπου ανήκω», ενώ στην πραγματικότητα είμαι απλώς χρήσιμος μέχρι την επόμενη κάλπη.
Και τότε οι πολίτες φανατίζονται για τη νίκη μιας ομάδας στην οποία δεν ανήκουν. Χειροκροτούν συμφέροντα που δεν τους υπολογίζουν. Υπερασπίζονται μηχανισμούς που τους φτωχοποιούν. Πολεμούν για λογαριασμό ανθρώπων που τους θυμούνται μόνο προεκλογικά.
Η αντιπολίτευση που δεν τρόμαξε την εξουσία
Όμως η ευθύνη δεν σταματά στην κυβέρνηση. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σκοτεινή όταν απέναντι σε αυτή τη λαίλαπα η αντιπολίτευση εμφανίζεται κατακερματισμένη, άτολμη, συχνά εγκλωβισμένη στις δικές της μικρές στρατηγικές.
Μια εξουσία που δεν φοβάται την αντιπολίτευση γίνεται αλαζονική. Μια κυβέρνηση που δεν αισθάνεται θεσμική πίεση γίνεται ανεξέλεγκτη. Και μια κοινωνία που δεν βλέπει καθαρή εναλλακτική, βυθίζεται είτε στην οργή είτε στην απάθεια.
Αυτό είναι το εκρηκτικό μείγμα της εποχής: μια εξουσία που εξάντλησε τα όρια της θεσμικής ανοχής και μια αντιπολίτευση που συχνά δεν κατάφερε να μετατρέψει την κοινωνική αγανάκτηση σε πολιτική ανατροπή.
«Ό,τι προλάβουμε» πριν πέσει η αυλαία
Η πιο επικίνδυνη φάση κάθε συστήματος εξουσίας είναι η αποδρομή του. Τότε δεν λειτουργεί πια με στρατηγική. Λειτουργεί με ένστικτο επιβίωσης. Τότε δεν προσπαθεί να πείσει. Προσπαθεί να διασωθεί. Τότε δεν κυβερνά. Διαχειρίζεται ζημιές, κλείνει εκκρεμότητες, προστατεύει ανθρώπους, μεταφέρει ευθύνες, αγοράζει χρόνο.
Και, κυρίως, κινείται με τη λογική: ό,τι προλάβουμε.
Ό,τι προλάβουμε να αναθέσουμε.
Ό,τι προλάβουμε να κουκουλώσουμε.
Ό,τι προλάβουμε να μοιράσουμε.
Ό,τι προλάβουμε να ελέγξουμε.
Ό,τι προλάβουμε να σώσουμε από την επόμενη μέρα.
Αυτή η λογική δεν είναι απλώς πολιτικά κυνική. Είναι εθνικά επικίνδυνη.
Το ερώτημα δεν είναι πια τι έκαναν αυτοί. Είναι τι ανεχόμαστε εμείς
Υπάρχει ένα σημείο όπου η κοινωνία δεν μπορεί να παριστάνει την ανήξερη. Δεν μπορεί να λέει «δεν ήξερα». Δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από την απογοήτευση, την κούραση ή τον φόβο.
Όταν οι θεσμοί τρίζουν, όταν οι δικογραφίες πολλαπλασιάζονται, όταν οι ευρωπαϊκές αρχές αναγκάζονται να σηκώνουν το βάρος που θα έπρεπε να σηκώνει το ελληνικό κράτος, τότε το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος κυβερνά.
Το ζήτημα είναι ποιος σιωπά.
Πόσο ακόμη θα ανεχόμαστε να μας μιλούν για «σταθερότητα», ενώ η χώρα βουλιάζει στη θεσμική παρακμή; Πόσο ακόμη θα δεχόμαστε να μας πουλούν «κανονικότητα», όταν η κανονικότητα έγινε συνώνυμο της ατιμωρησίας; Πόσο ακόμη θα επιτρέπουμε να βαφτίζεται «πολιτική υπεροχή» η πιο ωμή διαχείριση εξουσίας;
Η τελική ευθύνη είναι ιστορική
Κάθε γενιά παραδίδει κάτι στην επόμενη. Άλλες παραδίδουν ελευθερία. Άλλες αξιοπρέπεια. Άλλες δημοκρατικούς θεσμούς. Άλλες συντρίμμια.
Το ερώτημα σήμερα δεν είναι ρητορικό. Είναι αμείλικτο.
Ποια πατρίδα θα παραδώσουμε;
Μια πατρίδα όπου ο πολίτης θα σηκώνει το κεφάλι ή μια πατρίδα όπου θα περιμένει το ρουσφέτι;
Μια χώρα δικαιοσύνης ή μια χώρα μηχανισμών;
Ένα κράτος θεσμών ή ένα κράτος ημετέρων;
Μια δημοκρατία ζωντανή ή μια βιτρίνα με κουρασμένους πολίτες και θρασείς διαχειριστές;
Τώρα που η αλήθεια στέκεται γυμνή μπροστά μας, η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα.
Είναι συνενοχή.


