Τρεις δημόσιες παρεμβάσεις μέσα σε λίγες ημέρες και το μήνυμα είναι καθαρό: το καθεστώς που στήθηκε πάνω στα κόκκινα δάνεια αρχίζει για πρώτη φορά να πιέζεται πραγματικά. Πρώτα η επιτροπή καταγγελιών για τους servicers, μετά οι κυβερνητικές αιχμές για το τρίγωνο τράπεζες–funds–servicers–REOCO, και τώρα η δημόσια δυσφορία της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών.
Οι τράπεζες δεν συνηθίζουν να βγαίνουν στο φως για να παραπονεθούν. Όταν το κάνουν, δεν το κάνουν από νευρικότητα. Το κάνουν όταν αντιλαμβάνονται ότι κάτι που θεωρούσαν κεκτημένο, αρχίζει να αμφισβητείται. Και αυτό που αμφισβητείται σήμερα δεν είναι απλώς μια αγορά. Είναι ένας ολόκληρος μηχανισμός ανακύκλωσης πλούτου πάνω στα αποκαΐδια της κοινωνικής χρεοκοπίας.
Τι ακριβώς τους ενόχλησε;
Τους ενόχλησε ότι μπήκαν επιτέλους στο δημόσιο τραπέζι ερωτήματα που επί χρόνια θάβονταν κάτω από νομικούς όρους, εταιρικά σχήματα και τεχνικές διατυπώσεις.
Τους ενόχλησε ότι ακούστηκε πιο δυνατά αυτό που χιλιάδες δανειολήπτες ψιθυρίζουν εδώ και χρόνια:
ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο το χρέος, αλλά και το σύστημα που χτίστηκε γύρω από αυτό.
Τους ενόχλησε ότι άνοιξε η κουβέντα για τις πραγματικές σχέσεις ανάμεσα σε τράπεζες, funds, servicers και REOCO.
Όχι θεωρητικά. Στην πράξη. Εκεί όπου χάνονται σπίτια, ακίνητα και περιουσίες.
Τα ερωτήματα που κανείς δεν θέλει να απαντήσει
Δεν είναι γεγονός ότι συστημικές τράπεζες συμμετέχουν σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων;
Δεν είναι γεγονός ότι οι ίδιες τράπεζες εμφανίζονται πίσω από εταιρείες REOCO που αποκτούν ακίνητα από πλειστηριασμούς;
Δεν είναι γεγονός ότι στους πλειστηριασμούς καταλήγουν περιουσίες σε οχήματα συνδεδεμένα με το ίδιο οικονομικό οικοσύστημα;
Δεν είναι γεγονός ότι υπάρχουν χιλιάδες καταγγελίες για πιέσεις, αδιαφάνεια, εξουθενωτικές πρακτικές και διαδικασίες που για πολλούς πολίτες μοιάζουν με θεσμοποιημένη ασφυξία;
Αν όλα είναι τόσο καθαρά όσο λένε, τότε γιατί κάθε φορά που αυτά τα ερωτήματα βγαίνουν στη δημόσια σφαίρα, ακολουθεί ενόχληση, άμυνα και νευρικότητα;
Το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι λογιστικό. Είναι κοινωνικό
Κανείς δεν αρνείται ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έπρεπε να αντιμετωπιστούν.
Αλλά άλλο η εξυγίανση και άλλο η μετατροπή της κοινωνικής καταστροφής σε επενδυτικό μοντέλο.
Αυτό είναι ο σκληρός πυρήνας του ζητήματος.
Πάνω στην κατάρρευση νοικοκυριών, μικρομεσαίων και οικογενειών της μνημονιακής περιόδου στήθηκε μια ολόκληρη αγορά ανάκτησης αξίας.
Μια αγορά που για κάποιους αποδείχθηκε χρυσοφόρα, την ώρα που για χιλιάδες ανθρώπους σήμαινε απώλεια κατοικίας, περιουσίας, αξιοπρέπειας και κάθε αίσθησης προστασίας από το κράτος.
Γι’ αυτό το θέμα δεν είναι τραπεζικό report.
Δεν είναι τεχνοκρατικό σημείωμα.
Είναι κοινωνική πληγή με θεσμική υπογραφή.
Για χρόνια το σύστημα ήθελε τους δανειολήπτες σιωπηλούς, τη δημοσιογραφία φοβισμένη και την πολιτεία βολική. Τώρα που οι μάσκες αρχίζουν να πέφτουν, το τραπεζικό κατεστημένο εμφανίζεται ενοχλημένο. Μόνο που η κοινωνία δεν χρωστάει άλλη σιωπή στους μηχανισμούς που πλούτισαν πάνω στην καταστροφή της.

