Η ισότητα στην εργασία είναι αδιαπραγμάτευτη.
Ίση αμοιβή για ίση εργασία.
Καμία διάκριση λόγω φύλου.
Καμία γυναίκα λιγότερο αμειβόμενη επειδή είναι γυναίκα.
Καμία μητέρα τιμωρημένη επειδή έγινε μητέρα.
Αυτά είναι αυτονόητα σε μια σοβαρή δημοκρατία.
Το ερώτημα, όμως, είναι άλλο:
η κυβέρνηση φέρνει πραγματική ισότητα ή ένα νέο σύστημα κρατικού ελέγχου πάνω στην ιδιωτική εργασία;
Γιατί το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εργασίας, με πρόσχημα τη μισθολογική διαφάνεια και την ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής οδηγίας, δεν περιορίζεται στην προστασία από πραγματικές διακρίσεις. Ανοίγει την πόρτα σε μια βαθιά γραφειοκρατική παρέμβαση μέσα στις επιχειρήσεις, στις προσλήψεις, στις αμοιβές, στις αξιολογήσεις, στις εσωτερικές ισορροπίες και τελικά στην ίδια τη λειτουργία της αγοράς εργασίας.
Και εδώ αρχίζει το πρόβλημα.
Διότι άλλο πράγμα είναι να τιμωρείται ο εργοδότης που αδικεί μια εργαζόμενη επειδή είναι γυναίκα και άλλο πράγμα να μετατρέπεται κάθε μισθολογική διαφορά σε ύποπτη πράξη που πρέπει να εξηγηθεί, να τεκμηριωθεί, να δικαιολογηθεί και ενδεχομένως να κριθεί από κρατικές αρχές, επιθεωρητές, συνηγόρους και δικαστήρια.
Η εργασία δεν είναι λογιστικό φύλλο.
Ο άνθρωπος δεν είναι κουτάκι σε πίνακα Excel.
Η αξία ενός εργαζομένου δεν μετριέται μόνο με πτυχία, χρόνια υπηρεσίας και περιγραφή θέσης.
Μετριέται με απόδοση. Με συνέπεια. Με ευθύνη. Με πρωτοβουλία. Με εμπιστοσύνη. Με ικανότητα συνεργασίας. Με ταχύτητα. Με κρίση. Με αποτελεσματικότητα. Με εκείνα τα στοιχεία που καμία κρατική φόρμα δεν μπορεί να αποτυπώσει πλήρως.
Και όμως, το νέο πλαίσιο επιχειρεί να επιβάλει στην επιχείρηση ένα σύστημα συνεχούς λογοδοσίας για το πώς αμείβει, πώς προάγει, πώς προσλαμβάνει και πώς αξιολογεί.
Στις αγγελίες πρόσληψης επιβάλλεται ουδετερότητα ως προς το φύλο. Οι υποψήφιοι θα πρέπει να ενημερώνονται για την αρχική αμοιβή ή το εύρος της. Οι εργαζόμενοι θα μπορούν να ζητούν στοιχεία για τα μέσα επίπεδα αμοιβών εργαζομένων που θεωρούν ότι κάνουν όμοια εργασία ή εργασία ίσης αξίας. Ο εργοδότης θα καλείται να απαντά, να εξηγεί, να τεκμηριώνει.
Στα χαρτιά όλα αυτά ακούγονται ωραία.
Στην πράξη, όμως, μπορούν να γίνουν μηχανισμός μόνιμης καχυποψίας μέσα στον χώρο εργασίας.
Διότι όποιος έχει δουλέψει πραγματικά σε επιχείρηση γνωρίζει ότι δύο εργαζόμενοι στην ίδια θέση δεν είναι ποτέ απολύτως ίδιοι. Μπορεί να έχουν ίδιο τίτλο, αλλά όχι ίδια απόδοση. Ίδιο ωράριο, αλλά όχι ίδια ευθύνη. Ίδιο πτυχίο, αλλά όχι ίδια αποτελεσματικότητα. Ίδια χρόνια εμπειρίας, αλλά όχι ίδια επαγγελματική αξία.
Η αγορά εργασίας δεν λειτουργεί με σοβιετικού τύπου ισοπέδωση. Δεν αμείβονται όλοι το ίδιο επειδή γράφουν τον ίδιο τίτλο στην κάρτα τους. Αμείβονται ανάλογα με το τι παράγουν, πόσο αναγκαίοι είναι, πόσο δυσεύρετοι είναι, τι ευθύνη αναλαμβάνουν και τι αξία φέρνουν στην επιχείρηση.
Αυτό δεν είναι κοινωνική αδικία.
Είναι η πραγματικότητα της εργασίας.
Το μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι υπαρκτό ως στατιστικό μέγεθος. Αλλά τα στατιστικά μεγέθη δεν εξηγούνται πάντα με μία λέξη: «διάκριση». Επηρεάζονται από τον κλάδο, το είδος εργασίας, τις ώρες απασχόλησης, τη μερική εργασία, την επικινδυνότητα, τις επιλογές καριέρας, τις οικογενειακές υποχρεώσεις, τη μητρότητα, τη συμμετοχή σε θέσεις ευθύνης, τη διάρθρωση της οικονομίας.
Αντί, λοιπόν, το κράτος να δει το πραγματικό πρόβλημα, κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: φτιάχνει κανόνες, φόρμες, ελέγχους, διαδικασίες, κυρώσεις και νέες αρμοδιότητες.
Δεν στηρίζει ουσιαστικά τη μητρότητα.
Δεν δημιουργεί επαρκείς δομές φύλαξης παιδιών.
Δεν μειώνει το κόστος εργασίας.
Δεν δίνει κίνητρα στις επιχειρήσεις να προσλαμβάνουν, να εκπαιδεύουν και να εξελίσσουν εργαζόμενες.
Δεν αντιμετωπίζει την υπογεννητικότητα ως εθνικό ζήτημα.
Αντί γι’ αυτό, βάζει την επιχείρηση στο εδώλιο.
Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο: η λογική της γενικευμένης ενοχής.
Ο εργοδότης θα πρέπει να αποδεικνύει ότι δεν κάνει διάκριση. Η επιχείρηση θα πρέπει να έχει τεκμήρια, κριτήρια, απαντήσεις, μισθολογικές δομές, πολιτικές εξέλιξης, στοιχεία ανά φύλο, μηχανισμούς συμμόρφωσης. Και αν κάποιος θεωρήσει ότι αδικείται, ο δρόμος για ελέγχους, καταγγελίες και δικαστικές διαμάχες ανοίγει διάπλατα.
Ποιος θα πληρώσει το κόστος αυτής της νέας γραφειοκρατίας;
Οι μεγάλες εταιρείες θα προσλάβουν συμβούλους, νομικά τμήματα, HR compliance experts και θα προσαρμοστούν. Οι μικρομεσαίοι όμως; Ο επαγγελματίας με 20, 30 ή 50 εργαζόμενους; Η οικογενειακή επιχείρηση; Ο άνθρωπος που παλεύει με φόρους, εισφορές, ενέργεια, ενοίκια, τράπεζες, POS, myDATA και κάθε είδους κρατική υποχρέωση;
Αυτός θα βρεθεί ξανά απέναντι σε ένα κράτος που δεν τον αντιμετωπίζει ως παραγωγό πλούτου, αλλά ως εν δυνάμει παραβάτη.
Και μετά θα αναρωτιόμαστε γιατί η Ελλάδα δεν παράγει.
Γιατί δεν μεγαλώνουν οι επιχειρήσεις.
Γιατί δεν γυρίζουν οι νέοι από το εξωτερικό.
Γιατί οι μισθοί μένουν χαμηλοί.
Γιατί η οικονομία γεμίζει μικρές, φοβισμένες, αμυντικές επιχειρήσεις που δεν τολμούν να επεκταθούν.
Η κυβέρνηση μιλά για ισότητα, αλλά κινδυνεύει να φέρει ισοπέδωση.
Γιατί όταν κάθε διαφοροποίηση μισθού μπορεί να γίνει αντικείμενο αμφισβήτησης, η ασφαλέστερη επιλογή για τον εργοδότη είναι να μην ξεχωρίζει κανέναν. Να μη δίνει μεγάλα bonus. Να μην κάνει γενναίες αυξήσεις. Να μην επιβραβεύει έντονα τον καλύτερο. Να κρατά όλους κοντά στον μέσο όρο, για να μη βρεθεί κατηγορούμενος.
Αυτό δεν προστατεύει τον εργαζόμενο.
Τιμωρεί τον άξιο εργαζόμενο.
Δεν ανεβάζει τους αδύναμους.
Κατεβάζει τους δυνατούς.
Δεν δημιουργεί δικαιοσύνη.
Δημιουργεί φόβο.
Η αληθινή ισότητα δεν επιτυγχάνεται με κρατικό μικροσκόπιο πάνω σε κάθε μισθολογική απόφαση. Επιτυγχάνεται με περισσότερες και καλύτερες δουλειές. Με υγιή ανταγωνισμό. Με ισχυρή ανάπτυξη. Με επαγγελματική κατάρτιση. Με προστασία της μητρότητας. Με παιδικούς σταθμούς. Με ευελιξία. Με πραγματική συμφιλίωση οικογένειας και εργασίας. Με χαμηλότερες εισφορές. Με γρήγορη Δικαιοσύνη. Με δημόσια διοίκηση που βοηθά και δεν πνίγει.
Η γυναίκα εργαζόμενη δεν χρειάζεται πατερναλισμό.
Χρειάζεται ευκαιρίες.
Χρειάζεται αξιοκρατία.
Χρειάζεται δομές στήριξης.
Χρειάζεται αγορά που να μπορεί να πληρώνει καλύτερα.
Και η επιχείρηση δεν χρειάζεται άλλο έναν κρατικό επόπτη πάνω από το κεφάλι της. Χρειάζεται σταθερότητα, ελευθερία, εμπιστοσύνη και κανόνες απλούς, καθαρούς, εφαρμόσιμους.
Αν υπάρχει διάκριση λόγω φύλου, να τιμωρείται αυστηρά.
Αν υπάρχει εργοδοτική αυθαιρεσία, να αντιμετωπίζεται.
Αν υπάρχει πραγματική αδικία, να αποκαθίσταται.
Αλλά δεν μπορεί στο όνομα της ισότητας να εγκαθιδρύεται μια νέα διοικητική επιτήρηση της εργασίας. Δεν μπορεί κάθε εργοδότης να θεωρείται ύποπτος. Δεν μπορεί κάθε μισθολογική διαφορά να αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό έγκλημα. Δεν μπορεί η πολιτεία να μπαίνει μέσα στην επιχείρηση και να παριστάνει τον διευθυντή προσωπικού.
Η χώρα δεν χρειάζεται άλλη γραφειοκρατική εισβολή.
Δεν χρειάζεται άλλες επιτροπές, άλλες πλατφόρμες, άλλες αναφορές, άλλα πρόστιμα, άλλες διαδικασίες.
Χρειάζεται παραγωγή.
Χρειάζεται εργασία.
Χρειάζεται μισθούς που ανεβαίνουν επειδή ανεβαίνει η οικονομία, όχι επειδή το κράτος μοιράζει υποχρεώσεις και φόβο.
Η ισότητα είναι αξία.
Ο κρατικός καταναγκασμός δεν είναι ισότητα.
Και όταν η κυβέρνηση μπερδεύει τη δικαιοσύνη με τον έλεγχο, τότε το αποτέλεσμα δεν είναι πρόοδος. Είναι μια ακόμα σιδερένια μπάλα στα πόδια της πραγματικής οικονομίας.
Το νομοσχέδιο Κεραμέως μπορεί να παρουσιάζεται ως βήμα προστασίας. Στην πράξη, όμως, κινδυνεύει να γίνει ακόμη ένας κρίκος στην αλυσίδα που δένει την εργασία, την επιχειρηματικότητα και την παραγωγή σε ένα κράτος που θέλει να ρυθμίζει τα πάντα, αλλά δεν λύνει τα βασικά.
Και αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά:
Η ισότητα δεν χτίζεται με φόβο.
Η εργασία δεν σώζεται με φακέλους.
Η οικονομία δεν αναπτύσσεται με επιθεωρητές.
Όταν η «ισότητα» μετατρέπεται σε κρατικό καταναγκασμό, τότε δεν έχουμε κοινωνική δικαιοσύνη.
Έχουμε άλλη μία γραφειοκρατική εισβολή στην εργασία.

