Η δικτατορία δεν ήταν “τάξη”, δεν ήταν “πατριωτισμός”, δεν ήταν “νοικοκύρεμα”. Ήταν φόβος, βασανιστήρια, λογοκρισία, διαφθορά και εθνική προδοσία. Κι όμως, μισό αιώνα μετά, υπάρχουν ακόμη πρόθυμοι να την ξεπλύνουν με το γνωστό δηλητήριο του “ναι μεν, αλλά”.
Η 21η Απριλίου δεν είναι μια απλή επέτειος. Είναι η ημερομηνία που η Ελλάδα ξύπνησε με τα τανκς στους δρόμους, τη Δημοκρατία δεμένη χειροπόδαρα και τη χώρα παραδομένη σε ένα καθεστώς στρατοκρατικής βίας. Οι συνταγματάρχες δεν “έσωσαν” την πατρίδα. Την ευτέλισαν. Δεν “νοικοκύρεψαν” το κράτος. Το μετέτρεψαν σε λάφυρο. Δεν “προστάτευσαν” τον λαό. Τον φίμωσαν, τον τρόμαξαν, τον βασάνισαν.
Η Χούντα δεν ήταν μόνο τα ξερονήσια, η ΕΑΤ-ΕΣΑ, οι συλλήψεις μέσα στη νύχτα και η φίμωση κάθε ελεύθερης φωνής. Ήταν και η πιο χυδαία υποκρισία: ένα καθεστώς που μιλούσε για “Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών”, ενώ την ίδια ώρα βουτούσε το χέρι στο δημόσιο χρήμα, έστηνε δίκτυα ημετέρων, ευνοούσε συγγενείς και μοίραζε κρατική ισχύ σε πρόθυμους αυλικούς. Πίσω από τα συνθήματα περί “ηθικής”, κρυβόταν ένα σύστημα διαφθοράς με στολή.
Και η οικονομική μυθολογία που καλλιεργούν μέχρι σήμερα οι νοσταλγοί της επταετίας, είναι ακριβώς αυτό: μυθολογία. Η εικόνα της “ευημερίας” στηρίχθηκε σε δανεισμό, στρεβλώσεις, φορολογική αφαίμαξη της κοινωνίας και προνομιακή μεταχείριση των ισχυρών. Την ώρα που τα νοικοκυριά σήκωναν το βάρος, οι μεγάλοι παίκτες απολάμβαναν ασυλία, χαριστικές ρυθμίσεις και κρατική εύνοια. Το χουντικό “θαύμα” δεν ήταν λαϊκή ευημερία. Ήταν ένα ψεύτικο σκηνικό για να κρύψει το πραγματικό πρόσωπο του καθεστώτος.
Αλλά η τελική σφραγίδα της Χούντας δεν μπήκε μόνο στα κελιά και στα υπόγεια των βασανιστηρίων. Μπήκε στην Κύπρο. Εκεί όπου το καθεστώς των “πατριωτών” απέδειξε τι πραγματικά ήταν: μια εθνική συμφορά. Με το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου άνοιξε τον δρόμο στην τουρκική εισβολή και χάραξε με αίμα το έγκλημα της επταετίας. Αυτή είναι η αλήθεια που δεν σβήνει: οι δήθεν σωτήρες του έθνους άφησαν πίσω τους ερείπια, νεκρούς, πρόσφυγες και μια πατρίδα τραυματισμένη.
Γι’ αυτό και κάθε προσπάθεια εξωραϊσμού της 21ης Απριλίου δεν είναι αθώα. Δεν είναι “άλλη γνώμη”. Είναι πολιτική βρωμοδουλειά απέναντι στη μνήμη και στη Δημοκρατία. Γιατί όποιος λέει σήμερα “ναι μεν, αλλά” για τη Χούντα, δεν αθωώνει απλώς ένα παλιό καθεστώς. Δοκιμάζει τα αντανακλαστικά της κοινωνίας απέναντι στον αυταρχισμό του παρόντος.
Η Χούντα δεν ήταν μια “σκληρή περίοδος με και κάποια καλά”. Ήταν σκοτάδι. Και όποιος προσπαθεί να της φορέσει σήμερα φωτοστέφανο, βάζει ξανά το χέρι του στον διακόπτη για να σβήσει το φως της Ιστορίας.

